Αρχικά είχα λάβει απ’ αυτές τις δύο ανθρωποφάγες τόση προσοχή που η καθημερινή ενασχόληση τους μαζί μου με πανικόβαλε. Κάποια στιγμή είχαν μάλιστα διαδώσει τη φήμη ότι κοιμήθηκα με όλους τους ωραίους του σχολείου –άσχετο αν ήμουν παρθένα και μετά την αποφοίτηση μου. Είχαν αρχίσει τα πειράγματα στους διαδρόμους από αγόρια και καθώς ήμουν στόχος των σεξουαλικών ορμών και των πονηρών προθέσεων τους, κλεινόμουν στην τάξη, στα διαλείμματα, παρέα με τον «θηλυπρεπή» συμμαθητή μας, όπως τον αποκαλούσαν. Άρχισα να βγαίνω μόνο όταν είχε κοπάσει η όλη κατάσταση κι είχαν πλέον βρει οι «ανώμαλοι» συμμαθητές μου το επόμενο κορίτσι θύμα τους. Ευτυχώς για μένα, είχαν εισακουστεί οι προσευχές μου.

Είχα λάβει την πρόσκληση στο email με επισύναψη στο προσωπικό μήνυμα που μου είχαν γράψει – φαντάζομαι το ίδιο έκαναν για τον καθένα ξεχωριστά.

Αφροδίτη μας,

ελπίζουμε να μας τιμήσεις με την παρουσία σου στη συγκέντρωση των συμμαθητών της Γ1.2. Θα χαρούμε ιδιαίτερα να σε έχουμε μαζί μας, να μάθουμε τα νέα σου. Μην μας απογοητεύσεις. Να είσαι εκεί!

Με πολλή αγάπη οι παλιές σου συμμαθήτριες,

Μαρίνα και Δέσποινα

Ειλικρινά μ’ αναστάτωσε αυτό το μήνυμα. Εκείνη η δήλωση, «θα χαρούμε ιδιαίτερα» κι η προστακτική «Μην μας απογοητεύσεις, να είσαι εκεί!» με το θαυμαστικό κερασάκι μου ήρθαν σα κεραμίδα. Ένα παρελθόν που κλείδωσα καλά και με λουκέτο και που θεωρούσα ότι είχε αφήσει πίσω μου, χρόνια μακριά. Και ειδικά η προσφώνηση «Αφροδίτη μας», ερχόμενη από εκείνες, ακουγόταν τόσο υποκριτική.

Οι δύο διοργανώτριες της συγκέντρωσης των παλιών συμμαθητών ήταν οι τύραννοι μου σ’ όλα τα τρία χρόνια του λυκείου. Βλέπετε εγώ ήμουν η όμορφη –όνομα και πράμα-, η έξυπνη και ταλαντούχα έφηβη, το υπόδειγμα μαθήτριας, η αδυναμία των καθηγητών και των συνομήλικων αγοριών. Εκείνες οι δύο σκρόφες ήθελαν την καταστροφή μου. Η κακία κι η ζήλια ήταν συνώνυμα τους. Αλήθεια πολλές ήταν οι φορές που αισθάνθηκα ότι με ήθελαν νεκρή. Στη ζωή μου ποτέ ξανά δεν συνάντησα τόση κακία, από κανέναν και πέρασαν πολλά χρόνια για να μπορέσω ν’ αρχίσω να εμπιστεύομαι και πάλι τους ανθρώπους.

Το να δέχεσαι επιθετικότητα γιατί είσαι άσχημος ή υποδεέστερος είναι κάτι το οδυνηρό. Το να δέχεσαι όμως χτυπήματα επειδή υπερτερείς είναι ακόμα πιο τραυματικό διότι είναι εξωφρενικό. Ποτέ δεν είσαι προετοιμασμένος για να το υποστείς κι αρχίζεις να καταριέσαι τα προτερήματα σου αντί να τα χαίρεσαι και να τα επωφελείσαι.

Ήταν όμως κι εκείνος ο αποκρουστικός ο καθηγητής των λατινικών που με σταματούσε στο διάδρομο. Κάθε φορά που τον έβλεπα εμπρός μου μ’ έπιανε ναυτία. Με κολλούσε στον τοίχο μ’ εκείνη την κοιλάρα που ξεχείλιζε απ’ το πουκάμισο του μ’ ένα κουμπί πάντα ανοικτό στο μέσο που άφηνε τις μαύρες κατσαρές του τρίχες εκτεθειμένες. «Τι κάνεις ομορφούλα» έλεγε και συχνά τύχαινε να περνούν δίπλα αυτές οι Κατίνες που γελούσαν με υπονοούμενα. Τόλμησαν μάλιστα να πουν ότι τα είχαμε κρυφά και μου έλεγαν κοροϊδευτικά «τι κάνει ο αγαπητικός σου;».

Ύστερα έχασα και τον πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ ένα θεατρικό που ανεβάζαμε στο σχολείο. Η καθηγήτρια είπε ότι «παρόλο που ήμουν εξαιρετική στην υποκριτική και την ερμηνεία του ρόλου, ήμουν πολύ όμορφη για τις ανάγκες του». Ανεχόμουν πια τέτοια διάκριση για την ομορφιά μου που στο τέλος καμπούριαζα για να κοντύνω, άφηνα τα μαλλιά μου ατημέλητα και τα ρούχα μου τσαλακωμένα. Κι επειδή τα μαλλιά μου ήταν ατίθασα και κάποιες φορές φούσκωναν πολύ, οι δύο κομπλεξικές άρχισαν να μ’ αποκαλούν «Μαγκούφισσα», η κακιά από την κλασσική ταινία του Ντίσνεϊ της Κοιμωμένης Καλλονής. Για κακή μου τύχη το παρατσούκλι αυτό είχε μεγάλη επιτυχία και διαδόθηκε. Χρειάστηκε ν’ αρρωστήσω μ’ ανεμοβλογιά για να μου αλλάξουν όνομα και να μ’ αποκαλέσουν πλέον «Σπυρούλα». Δεν ήξερα τελικά ποιο ήταν χειρότερο.

Μα τι ήθελαν επιτέλους από μένα; Είχα γίνει κουρέλι στην προσπάθεια μου να κερδίσω μια θέση στην υπόληψη τους. Ήθελα μόνο να με αποδεχθούν. Έκοβα πόντους από τον εαυτό μου για να φτάσω στα μέτρα τους. Μ’ αποκαλούσαν «σπασίκλα»; Έγραφα λάθος απαντήσεις στα γραπτά μου, παρόλο που ήξερα τις σωστές, για να μειωθεί η βαθμολογία μου. Είχαν και την τάση να επευφημούν οι καθηγητές τους καλούς μαθητές την ώρα που έδιναν τα γραπτά. Μεγάλο μαρτύριο για μένα να ξεχωρίζω διαρκώς. Για να μπορέσω να αντεπεξέλθω έγραφα κάτι θυμωμένα ποιήματα που θα τρομάξει κανείς αν τα διαβάσει σήμερα.

Η καημένη η μαμά μου ανησυχούσε τόσο για μένα που κάποιες φορές την άκουγα να ψιθυρίζει προσευχές. Αισθανόμουν ακόμη χειρότερα που ήμουν η αιτία ν’ αναστατώνεται ολόκληρη η οικογένεια. Μια φορά με πήγε σε μια γνωστή της ψυχολόγο. Εκείνη με ρώτησε «Τι συμβαίνει με σένα παιδάκι μου, γιατί έπιασες τον κατήφορο;» κι επειδή δεν απαντούσα οδηγήθηκε αμέσως στα δικά της συμπεράσματα, «αντιλαμβάνομαι είναι πολύ δύσκολο να έχεις την κυρία Θεοδώρα για μητέρα σου. Ανεβάζει για σένα τον πήχη με την εμφάνιση και με το κύρος της ως γιατρού. Καημενούλα, σκληρός για σένα ο ανταγωνισμός!». Άκυρη η γυναίκα. Εντελώς άκυρη. Εννοείται ότι δεν ξαναπήγα.

Όταν πήρα τα τρία τέσσερα κιλά στην περιφέρεια, αυτές οι δύο βάρβαρες πετούσαν στους επτά ουρανούς. Καιρό περίμεναν ν’ ανακαλύψουν ένα αληθινό μου ψεγάδι. Κι αφού έλειπα από την τάξη δύο ολόκληρες περιόδους για τις πρόβες του θεάτρου, είχαν αναλάβει να περιποιηθούν καλά την καρέκλα μου. Έγραψαν επάνω στο κάθισμα ολόκληρο το παιδικό τραγούδι, που όλοι μαθαίνουμε σε κάποια φάση στο νηπιαγωγείο: «παράμ, παράμ, παράμ περνάει ένα τραμ και μπαίνει μια χοντρή και σκάει η μηχανή…». Τις είδα να γελάνε όταν έπιασε το μάτι μου τους στοίχους του τραγουδιού και σπάραξε η ψυχή μου. Η κουβέντα εκείνη μ’ είχε τσακίσει. Σταμάτησα να τρώω κανονικά γεύματα, τσιμπούσα μόνο σαν πουλί.

Στην τελευταία τάξη του λυκείου είχα πλέον βυθιστεί σε μελαγχολία. Οι βαθμοί μου είχαν πάρει την κατηφόρα κι εγώ είχα χάσει παντελώς το ενδιαφέρον μου για τα πάντα και για το σχολείο. Είχα αδυνατήσει τόσο που ήμουν τώρα η «Σαρδέλα». Σχολίαζαν το τάπερ με το κολατσιό μου, ένα μήλο ή ένα αχλάδι κι επειδή έκανα πολλή ώρα να τελειώσω το φρούτο και μασούσα διαρκώς -χαρακτηριστικό της νευρικής ανορεξίας για να ξεγελάει κανείς την πείνα του- με λέγανε και «Μηρυκαστικό». Στο τέλος έπαψα να παίρνω οτιδήποτε φαγώσιμο στο σχολείο κι έμενα νηστική. Όταν άρχισα να χάνω προσωρινά τις αισθήσεις μου απ’ την αφαγία είπαν ότι το έκανα επίτηδες για να τραβήξω την προσοχή…

Για ένα ολόκληρο μήνα τριβέλιζαν το κεφάλι μου οι σκέψεις αν θα πήγαινα τελικά στη συνάντηση ή όχι, πώς θα ήταν να τις ξαναδώ, πώς θ’ αντιδρούσαν, ποια θα έπρεπε να ήταν η δική μου στάση. Μπορεί να ήμασταν πλέον όλοι ενήλικες αλλά με την πρόσκληση ανακάλυψα ότι το τραύμα από τις εμπειρίες της μαθητικής ζωής πόναγε ακόμη. Τελικά πήγα. Όταν μπήκα στην αίθουσα τις αναγνώρισα αμέσως. Η μία φαινόταν ταλαιπωρημένη. Έμοιαζε δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη απ’ την ηλικία μας. Έμαθα ότι πήρε διαζύγιο από ένα δυστυχισμένο γάμο. Η άλλη είχε πάρει καμιά δεκαριά κιλά στην περιφέρεια. Νοικοκυρά. Μόλις με είδαν έτρεξαν ενθουσιασμένες. Με φιλούσαν και μου έλεγαν για τη φήμη που άκουσαν, πως είμαι εξαιρετική παιδοψυχολόγος. Η μια μάλιστα ζητούσε συμβουλές για το σωστό χειρισμό των παιδιών της. Τώρα είχα πια κερδίσει την θέση στην εκτίμηση τους για την οποία πάσχιζα τα χρόνια εκείνα. Αλλά ξαφνικά δεν ήταν καθόλου σημαντικό.

Comments

comments

Προηγούμενο άρθροΓιορτινή Κοτοσαλάτα
Επόμενο άρθροΦλερτ: Γιατί δεν κάνει βήμα;
Άνθια Χριστοδούλου Θεοφίλου
Ψυχολόγος, Σύμβουλος, Ψυχοθεραπεύτρια και Life Coach. Έχει επίσης εξειδικευτεί στη θεραπεία για την καταπολέμηση Διατροφικών Διαταραχών (Νευρογενής Ανορεξία, Νευρογενής Βουλιμία, Παχυσαρκία). Παράλληλα εξειδικεύεται στη ψυχοθεραπεία παιδιών κι εφήβων, στην παιγνιοθεραπεία και στην τραυματοθεραπεία EMDR για ενήλικες, παιδιά κι εφήβους. Εργάζεται ιδιωτικά στο Κέντρο Προσωπικής Ανάπτυξης και Αυτογνωσίας Για Την Ιθάκη το οποίο και διευθύνει. Στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με την τέχνη και τη δημιουργική γραφή, θεωρώντας αυτές τις μορφές έκφρασης προσωπική της ψυχοθεραπεία. Διαβάστε Περισσότερα.