Από τους εννέα σταθμούς του, «στα Αρκαδικά», o Παυσανίας, ο εκ Μικράς Ασίας καταγόμενος. στον έκτο σταμάτησε στην Μεγάλη πόλη. Από εκεί έκανε διαδρομές στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Στα δυτικά τον περίμεναν τα ερείπια των Δασεών, όπως έλεγαν τον τόπο πριν την Τουρκοκρατία.

11 Σεπτέμβρη 1928. Εκείνη την μέρα γεννήθηκε ένας άλλος Παυσανίας, του Γερόλυκου παιδί. Τότε ήταν που πήρε άλλο όνομα το χωριό τους. Το έλεγαν Δεληχασάνι, το είπαν Απιδίτσα..

Τρία αδέλφια οι Γερόλυκοι, είχαν πάρει ονόματα ιστορικά, κληρονομιά από τους προγόνους τους. Όλα καλά πήγαιναν στην ζωή τους μέχρι που τον τόπο τους πάτησαν οι Ούννοι. Έτσι αποκαλούσαν τους Γερμανούς οι Γερόλυκοι, Ούννους.

« Οι προδότες, οι άνανδροι στο μακελειό μας πάνε  και με καλώδια και σκοινιά στα δέντρα μας κρεμάνε» έλεγε το τραγούδι αφιερωμένο στο θάνατο των δυο αδελφών Νικήτα και Θανάση Σουμπλή, που ο ένας κρεμάστηκε και ο άλλος τουφεκίστηκε από τους Γερμανούς, κατά την περίοδο της κατοχής, στην Τρίπολη. Γερμανική κατοχή. Από όλα τα χωριά κατέβηκαν και οργανώθηκαν σε αντάρτικες ομάδες για ν΄άντισταθούν, να πολεμήσουν για την ίδια πατρίδα και Θεό. Πείνα, καταστροφή, θάνατος, τα έργα των εισβολέων κατακτητών.

8 Σεπτέμβρη 1948. Κτύπησαν οι καμπάνες των εκκλησιών σε όλη την περιοχή. Τότε βγήκαν με τα χωνιά από χωριό σε χωριό να μεταδώσουν τη χαρμόσυνη είδηση, «οι Γερμανοί έφυγαν, οι Γερμανοί έφυγαν». Έφυγαν, αλλά άφησαν πίσω τους ερείπια, πολλές πληγές, χήρες, ορφανά. Ντύθηκαν στα μαύρα τα χωριά.

Τον Παυσανία τον βοήθησε ένας μπάρμπας του, συγγενής γραμματικού, βουλευτής του Λαϊκού κόμματος. Μπήκε στην Αστυνομία πόλεων το 1951. Από τότε ζούσε κάπου στα Πετράλωνα, στην Αθήνα. Δημόσιος υπάλληλος και καλοφτιαγμένος άνδρας.  Έμεινε εργένης γιατί ήταν κατά βάθος, πολύ ντροπαλός και άτολμος. Μέσα όμως στην στολή του, η εξουσία τον μεταμόρφωνε σε κάποιον άλλον, πιο τολμηρό.

Λύσανδρος, ο πρωτότοκος. Κυνήγησε τον Ιταλό εισβολέα, μέχρι μέσα την Αλβανία. Γύρισε και τον πήραν οι ΕΛΑΣίτες στα βουνά το 1944. Επέζησε και του εμφύλιου για να περάσει την ζωή του μετά στις εξορίες.

Απρίλης του 1965. Η κυβέρνηση του κέντρου  ανακοίνωσε πως άρει όλα τα έκτατα μέτρα της περιόδου του διχασμού. Αποφυλάκισε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και τον Λύσανδρο.

Τότε κτύπησε ο σεισμός την κεντρική Πελοπόννησο. Μεγάλες οι ζημιές. Χάθηκαν άνθρωποι και τα σπίτια τους. Η μεγαλύτερη καταστροφή έγινε στα χωριά της Αρκαδίας, Χωρέμι, Κυπαρισσία, Καλύβια Καρυών, Θώκνια, Μαραθούσα και την Απιδίτσα. Δεν μπόρεσε ούτε μια βόλτα να κατέβει στο χωριό του. Το είχε ρημάξει αυτός ο σεισμός λίγες μέρες πριν αποφυλακιστεί. Ήρθε στην Αθήνα στον αδελφό του και η οικοδομή έγινε το άσυλο του, όπως και κάθε αριστερού, κατατρεγμένου ή μη δυνάμενου να αποδείξει με πιστοποιητικό τα κοινωνικά του φρονήματα.

Την δεκαετία του ΄60 ήταν μεγάλος ο οικοδομικός οργασμός και  μεγάλη η ανάγκη για εργατικά χέρια. Δεν χρειαζόταν κανένα πιστοποιητικό για να δουλέψει κανείς στις κατασκευές πολυκατοικιών. Όμορφα αλλά γερασμένα νεοκλασικά κτίσματα της Αθήνας έπεσαν στα άπληστα χέρια των εργολάβων που με το δόλωμα της αντιπαροχής, κατέστρεψαν μια από τις ομορφότερες πόλεις της Ευρώπης. Μεγάλη ήταν η αδικία και η  εκμετάλλευση τους, από τους κατασκευαστές. Οι συνθήκες εργασίας στην οικοδομή ήταν από απάνθρωπες μέχρι βάρβαρες.

Δεκέμβρης 1960. Ξεχύθηκαν οι εργάτες σαν χείμαρρος στους δρόμους της Αθήνας. Ζητούσαν δίκαια, ωράριο, κοινωνι­κή ασφάλιση. Πεδίο μάχης έγινε το κέντρο της πόλης. Δύο τα στρατόπεδα των εμπόλεμων. Οι αδικημένοι απεργοί οικοδόμοι και η αστυνομία. Δεκάδες οι τραυματίες και από τα δύο μέτωπα των συγκρούσεων, που έγιναν η αρχή και για άλλες αναταράξεις αλλά και την γέννηση ενός μαζικού δημοκρατικού κινήματος που κορυφώθηκε τα χρόνια που ακολούθησαν. Μαύρος Δεκέμβρης. Ο Παυσανίας απλός αστυφύλακας, ήταν σε υπηρεσία εκείνες τις μέρες. Τραυματίστηκε βαριά στο κεφάλι. Έμεινε για μήνες στο νοσοκομείο. Από τότε έκανε υπηρεσία μόνο γραφείου.

Τον Λεωνίδα, τον μικρότερο, τον όμορφο, ο σεισμός της 5ης Απριλίου που ισοπέδωσε την Απιδίτσα, τον εξόρισε και αυτόν στην Αθήνα. Το σχολείο κατάφερε να το τελειώσει μέρα και το γυμνάσιο την νύχτα. Το πρωί στην οικοδομή μάζευε το μεροκάματο με τα χίλια ζόρια. Δεν του άρεσε όμως. «Είχαν πάρει τα μυαλά του αέρα», όπως έλεγαν τα αδέλφια του, γιατί ήθελε να γίνει ηθοποιός. Μόλις έβαζε στο χέρι το βδομαδιάτικο, έτρεχε στους θερινούς κινηματογράφους τις Κυριακές. Οποίες όμως και αν ήταν οι διαφορές τους, γιατί ήταν πολλές, τα αδέλφια Γερόλυκοι έμεναν ενωμένοι στο ίδιο σπίτι, μαζί. Μέσα στο δωμάτιο που νοίκιαζαν στην αυλή των Πετραλώνων, δεν ξεχνούσαν τις συμφορές που έσπειρε ο εμφύλιος και τον σπαραγμό που έζησαν νέοι. Κρατούσαν τα πολιτικά τους πιστεύω για τον εαυτό τους. Είχαν πάρει όρκο όμως, μόνο για τους υπόλοιπους της οικογένειας και την πατρίδα να μιλούν, ν’ ανησυχούν και να φροντίζουν.

Καλοκαίρι 1965. Έκρυβε την μεγαλύτερη ταραχή για την χώρα αλλά και για τις καρδιές τους. Στην ίδια γειτονιά, στην ίδια αυλή έμενε και η Πανώρια Αϊβαλιώτη. Πρόσφυγες η οικογένειά της, διώχτηκαν από την Μικρά Ασία. Η Πανώρια ορφανή από πατέρα. Μπήκε από μικρή στα βάσανα και δίπλα στην μάνα της έμαθε να ράβει. Στα δεκαοκτώ της την έχασε, αλλά όχι το κουράγιο της. Δύο χρόνια μετά βρέθηκε και αυτή στην ίδια αυλή που έμεναν τα τρία αδέλφια. Ψηλή, μελαχρινή με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, ευγενική, εργατική, μοδίστρα καλή. Έραβε τα πάντα αλλά τα πουκάμισα της ήταν μοναδικά. Ο ήλιος δεν την έβλεπε, μόνο η βελόνα και οι υποχρεώσεις της. Έδινε το ενοίκιο για το δωμάτιο της στην ώρα του. Τις Κυριακές δεν έπιανε την βελόνα αλλά από νωρίς στασίδι στην εκκλησία της ενορίας τους.

Ξανά υπό διωγμό και οι Έλληνες της Αιγύπτου. Η επανάσταση του Νάσσερ και οι εθνικοποιήσεις που ακολούθησαν, τους οδήγησαν σε ομαδικές εξόδους. Πολλοί πήραν τον δρόμο  της ξενιτιάς στην Αμερική και Αυστραλία. Άλλοι έφθασαν πρόσφυγες στην Ελλάδα. Ο Μισέλ ήταν ένας από αυτούς. Εκεί βρήκε και αυτός ένα δωμάτιο, στην ίδια αυλή. Είχε μόρφωση και καλούς τρόπους. Μιλούσε ξένες γλώσσες, έτσι βρήκε εύκολα δουλειά σε ένα  μεγάλο ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας.

Ένας ένας με την σειρά του, έγιναν όλοι πελάτες της νεαρής Πανώριας Αϊβαλιώτη. Μόλις τους άγγιξαν τα χέρια της, για να τους πάρει μέτρα για τα πουκάμισα, τους έφυγε η καρδιά και το μυαλό από την θέση τους. Κανείς τους όμως δεν μοιραζόταν με τον άλλο το μυστικό για τον έρωτά του για την μοδιστρούλα. Ο Μισέλ έστησε έναν παράνομο ερασιτεχνικό σταθμό για να μεταδίδει αφιερώσεις και τραγούδια για τα μάτια της.

Έτσι ο σοβαρός και νομοταγής Παυσανίας αντί να κυνηγά την παρανομία του Μισέλ, έκανε τα στραβά μάτια. Έγινε «ο Πληγωμένος αετός» για να μπορεί με την σειρά του να στέλνει τις αφιερώσεις του στην «πιο γλυκιά γυναίκα από το Αϊβαλή». Ο δυναμικός επαναστάτης Λύσανδρος μεταμορφώθηκε σε «Κόκκινο Πειρατή» και της αφιέρωνε όλα τα τραγούδια του Καζαντζίδη. Ο ονειροπαρμένος Λεωνίδας ξανά βαφτίστηκε σε «Λαβωμένος Ρωμαίος». Κανείς τους δεν ήξερε για τον καημό του άλλου. Εκείνη απολάμβανε τις εκπομπές του Μισέλ, αγκαλιά με την ραπτομηχανή της και αυτοί έλιωναν από πόθο και αγωνία έξω από την αγκαλιά της.

Τώρα η χώρα ζούσε τον πιο προδομένο Ιούλιο της νεώτερης ιστορίας της «τα Ιουλιανά» με «Αποστασίες»,  μυστικά δείπνα, σχέδια «Περικλής», υπόθεση «Ασπίδα». Προδοσίες και κάθε λογής ίντριγκες του παλατιού και της γερμανίδας βασίλισσας σε βάρος της δημοκρατίας και της θέλησης του λαού. Αυτή την δύσκολη περίοδο, τα παλικάρια από την Απιδίτσα έπεφταν αμαχητί, λαβωμένοι από τα βέλη του Έρωτα για τα μάτια της Πανώριας.

Η Πανώρια, Σμυρνιά γυναίκα και σαν όλες, είχε την εξυπνάδα να καταλάβει από τις ματιές και τα καμώματα τους τι γινόταν τριγύρω της. Είχε όμως και συγγενείς στην Αμερική, κάτι που κανείς τους δεν γνώριζε. Περιμένοντας λοιπόν την ώρα για να φύγει και να πάει κοντά τους για μια καλύτερη ζωή, όπως έκαναν πολλοί νέοι. Ανήμπορη να τα κρατήσει κοντά της, η μάνα Ελλάδα, τα έδιωχνε, τα πουλούσε στα παζάρια της ξενιτιάς. Όμως η Πανώρια έραβε τα λευκά πουκάμισα των παλικαριών της αυλής και μάζευε τα έξοδα για το ταξίδι της. Αυτό ήταν το όνειρό της. Να φθάσει στην Νέο Κόσμο και να ζήσει κοντά σε όσους συγγενείς της είχαν απομείνει.

Πρωτοχρονιά 1966.  Η κυβέρνηση άλλαζε πρωθυπουργούς σαν πουκάμισα, τον ένα μετά τον άλλο. Πολιτικοί υποτελείς και καθοδηγούμενοι από ξένες εντολές χωρίς καμία να μπορεί να σταθεί στο ύψος το περιστάσεων Μετά το διχαστικό διάγγελμα του νεαρού άπειρου βασιλιά εκείνη την Πρωτοχρονιά, μέσα σε αυτές τις γκρι σελίδες της ιστορίας, η Πανώρια ανακοίνωσε την δική της απόφαση. Μπορεί η πορεία της χώρας να είχε μπει σε καταστροφικό δρόμο, αλλά ο δρόμος της Πανώριας την οδηγούσε στην Αμερική. Την συνόδευσαν μέχρι τον λιμάνι του Πειραιά συντρίμμια σωστά. Η Πανώρια έφθασε στον Νέο Κόσμο και έστησε την δική της επιχείρηση με την στήριξη των δικών της. Μετά από λίγο παντρεύτηκε έναν συμπατριώτη της με προξενιό.

Τα τρία αδέλφια από την Απιδίτσα έμειναν ακόμα μια φορά ορφανά, μόνα. Προσφυγόπουλα στην μεγάλη πρωτεύουσα και στερημένα, όχι από λευκά πουκάμισα γιατί είχαν ράψει αρκετά τα χέρια της κρυφής αγάπης τους, αλλά από το άγγιγμά της και την τρυφερή ματιά της. Δεν τους ξέχασε. Ήξερε, πως από το μίζερο μεροκάματό τους εκείνη έβγαζε το δικό της. Κάθε Πρωτοχρονιά τους έστελνε από ένα πουκάμισο ραμμένο από την ίδια, όπως έγραφε. Από τον Παυσανία μάθαινε τα νέα των άλλων δύο που το 1967 σύρθηκαν ξανά δέσμιοι από την χούντα των στρατιωτικών, μαζί με όλη την χώρα σε εξορίες και μεγάλες περιπέτειες μέχρι να αφεθούν ελεύθεροι. Ο Μισέλ παντρεύτηκε μια συνάδελφό του και τον χάσανε από την γειτονιά τους.

Θα περάσουν χρόνια για να έρθουν στο φώς οι ατιμίες και οι αιτίες για την σκοτεινή ζωή της Ελλάδος. Ήταν τέλος Ιουλίου τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά και επέστρεψε στην χώρα της να προσκυνήσει την Παναγιά στην Τήνο. Είχαν αλλάξει πολλά. Η αυλή που νοίκιαζαν τα μικρά δωμάτια, δεν υπήρχε. Στην θέση της είχε σηκωθεί ακόμα μια πολυκατοικία

Συνάντησε και τους τρείς στο σπίτι του Λύσανδρου στο Παλαιό Φάληρο. Φορούσαν τα λευκά πουκάμισα που τους έστειλε την τελευταία φορά, με κοντό μανίκι για το καλοκαίρι. Ο Παυσανίας συνταξιούχος, έμεινε άγαμος. Ο Λύσανδρος  μεγαλοεργολάβος με τρία παιδιά και πέντε εγγόνια. Ο Λεωνίδας, τα κατάφερε τελικά. Έγινε ηθοποιός και καλός μάλιστα. Παντρεύτηκε, χώρισε και ξαναπαντρεύτηκε πριν λίγο καιρό.

Ειρήνη πια στην χώρα, «Ειρήνη» και στην Επίδαυρο. Πήγαν όλοι μαζί να θαυμάσουν τον  Λεωνίδα, σε ρόλο ενός από τους υπηρέτες του Τρυγαίου, στην κωμωδία του Αριστοφάνη. Ο Τρυγαίος απευθύνεται στους θεατές με την προσλαλιά, Ω! Πανέλληνες! Η συγκίνηση, η κούραση, η ζέστη αγκαλιάζουν την Πανώρια και λίγο μετά χάνει τις αισθήσεις της. Την μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου έμεινε για λίγες μέρες αλλά στο τέλος δεν τα κατάφερε. Άφησε κορμί και ψυχή στην χώρα που την γέννησε.

Οι τρείς άνδρες δεν ξαναφόρεσαν λευκά πουκάμισα.

Comments

comments

Αννα Μαρία Γραμμένου
Η Αννα Μαρία Γ.Γραμμένου, γεννήθηκε και κατοικεί στην Καλλιθέα Αθηνών. Έχει ρίζες στην Κέρκυρα και τον Πόντο. Σπούδασε ξενοδοχειακά και με υποτροφίες συνέχισε τις σπουδές στην Ελβετία και Γαλλία. Διαβάστε Περισσότερα.