Ήταν μια δύσκολη μέρα…
Σαν μικρούλης που ήμουνα, δεν κατάλαβα καλά, καλά πως βρέθηκα στον
χώρο στάθμευσης μιας υπεραγοράς της Λεμεσού και δεν σταματούσα να κλαίω…
Είχα αυτό το συναίσθημα της εγκατάλειψης…
Κάποιος δεν με ήθελε και με άφησε εκεί…
Ένιωθα τόσο μόνος και αβοήθητος…
Κόσμος με προσπερνούσε και γώ εκεί να τους κοιτώ να εκπλιπαρώ για ένα χάδι μια
καλή κουβέντα αλλά μάταια…
Πέρασαν δύο μέρες…
Πεινούσα σαν λύκος, κανείς δεν θέλησε να μου δώσει κάτι έστω, να σκοτώσω αυτήν
την απερίγραπτη πείνα μου…
Κι εκεί που είχα χάσει τις ελπίδες μου και πίστευα οτι σιγά σιγά θα έσβηνα, ξαφνικά
βρέθηκαν μπροστά μου δυο μικρά παιδιά…
Άρχισαν να φωνάζουν τον μπαμπά τους και γώ τρομαγμένος να τους κοιτώ, να μην
καταλαβαινω τίποτα…
Να προσπαθώ να κατανοήσω έστω και μια λέξη τους αλλά μάταια…
Δεν ήταν η δικιά μου γλώσσα αυτή…
Δεν ήταν ούτε καν ελληνικά…
Τι έλεγαν αραγέ; Δεν πρόλαβα ν΄αντιδράσω και ξαφνικά βλέπω ένα πολύ ψηλό κύριο
να πλησιάζει και να μιλάει με τα μικρά. Αυτά να με δείχνουν αυτος να κουνάει αρνητικά το κεφάλι του και τα μικρά να κλαίνε….
Αυτός συζήτησε αρκετά μαζί τους και μετά να χαμογελάει και να σκύβει προς το μέρος μου …
Μου φάνηκε και λίγο χαζός να σας πω την αλήθεια…
Με σήκωσε στην αγκαλιά του και μετά έσκυψε να με δείξει στα παιδιά του, που αμέσως θέλησαν να με αγγίξουν με πολύ αγάπη.
Ήταν απόλαυση για μένα αλλά τέτοιες ώρες εγω πείνουσα και μόνο αυτό είχα στο μυάλο μου, τίποτα άλλο….
Δεν κατάλαβα καλά καλά πότε είχαμε μπεί στο αμάξι του ψηλού χαζού τύπου με τα μικρά να μ΄έχουν αγκαλιά τους στο πίσω κάθισμα και να με χαιδεύουν κι έτσι να φτάνουμε σ΄ενα σπίτι.
Κατέβηκαν τα μικρά κρατώντας με αγκαλιά και ο ψηλός τύπος να με παίρνει απο τα χέρια τους και αμέσως να μπαίνουμε στο σπίτι…
Τα μικρά ήταν μέσα στην μεγάλη χαρά ούρλιαζαν απο αγάπη και χαρά και γω να αισθάνομαι ήδη ότι έχω πονοκέφαλο. Δεν έφταναν όλα αυτά συνάντησα την σύζυγο του ξανθού τύπου, αυτή ήταν μια ψηλή ξινή τύπισσα. Με κοίταξε εκπληκτη και μετά
άρχισε τις διάφορες ερωτήσεις προς τον ψηλό χαζό ξανθό τύπο.
Κατάλαβα οτι η ξινή δεν με ήθελε, ολο έλεγαν και έλεγαν…
Οι φωνές τους με ζάλισαν…
Ο ψηλός τύπος να με αφήνει κάτω και γω να τρέχω σε όλο το σπίτι ψάχνοντας για φαγητό…
Πεινούσα και μόνο αυτό είχα στο μυαλό μου τίποτα άλλο.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε και αυτοί να καυγαδίζουν μεταξύ τους ενώ εγώ να δέχομαι την αγκαλιά των μικρών παιδιών και το παιχνίδι τους.
Τους ζητούσα φαγητό αλλά δεν φάνηκαν να καταλαβαίνουν την γλώσσα μου.
Μάλλον δεν είχαν ιδέα απο την Νιάου γλώσσα…
Ξαφνικά να γίνεται μία ησυχία. Μόνο οι φωνές των μικρών παιδιών που ήταν χαρούμενα έσπαζαν αυτήν την σιωπή στο σπίτι.
Ξαφνικά εμφανίζεται ο ψηλός ξανθός τύπος, σκύβει και με παίρνει από τα μικρά
που άρχισαν τις διαμαρτυρίες τους, αυτός κάτι τους είπε και προχώρησε προς την κουζίνα χωρίς να με αφήσει απο την αγκαλιά του.
Η ξινή τύπισσα ήταν εκεί.
Αυτός ανοίγει το ψυγείο παίρνει το γάλα και χωρίς να με αφήσει από την αγκαλιά του παίρνει ένα πιάτο απο το ντουλάπι το αφήνει στο πάγκο και ξαφνικά η ξινή άρχισε πάλι τις φωνές.
Αυτός να της λέει κάτι και στο τέλος να του δίνει ενα άλλο μισοσπασμένο πιατάκι.
Χμ τότε κατάλαβα τι ακριβώς την είχε ενοχλήσει. Δεν ήθελε να πάρουμε το πιατάκι της το καλό αλλά μας έδωσε ένα άλλο, ώστε ο ψηλός ξανθός χαζός τύπος να το γεμίσει γαλατάκι.
Προσπαθούσα να του ξεφύγω να ορμήξω στο γάλα αλλά με ηρεμία με τοποθέτησε στο δάπεδο με το γάλα μπροστά μου και γω να πίνω ασταμάτητα.
Αυτός να γελάει και η ξινή να του βάζει τις φώνες.
Αν δεν ήμουν απασχολημένος με το γαλατάκι μου σίγουρα θα τον λυπόμουν….
Οι μέρες περνούσαν….
Σιγά σιγά άρχισα να συνηθίζω…
Moυ έδωσαν το όνομα Rory…
Μου άρεσε πολύ είχε καλό άκουσμα, σκέφτηκα…
Βρέθηκα να παίζω με τα μικρά μέρα και νύχτα…
Να ανεβαίνουμε στον καναπέ και να τρέχουμε όλοι μας…
Να κοιμομαστε αγκαλια και να το απολαμβάνουμε…
Να με αγκαλιάζουν και γω να πνίγομαι απο αγάπη…
Όσο για το φαγητό μου; Χμ τι να πω…
Κροκετάκια που καλά καλά δεν μπορούσα να μασήσω αφού ήμουν μικρούλης για τέτοια σκληρά κροκετάκια…
Και με αυτά τα κροκετάκια που ήταν μόνο των 400 γραμμαρίων, έπρεπε να μου φτάσει για εικοσι μέρες…
Εγώ πεινούσα αλλά η ξινή δεν άφηνε τον χαζό ψηλό αγαπητό τότε κύριο, να μου πάρει άλλο φαγητό.
Και ήρθε ο καιρός η οικογένεια να ταξιδέψει στην Ολλανδία αφού η καταγωγή τους αυτή ήταν, διακοπές Χριστουγέννων βλέπετε….
Και ήταν τότε που κάποιος άλλος Ολλανδός μίλησε στον ψηλό χαζό κύριο μου…
Του είπε για τις βελούδινες πατούσες και ότι εκεί έπαιρνε τον γατούλη του τον Πίντο, ναι αυτό το ψηλό φουντωτό αγόρι, το αγόρι της χοντρούλας εκεί στις β. Πατούσες. Οι περισσότεροι απο σας γνωρίζετε τον Πίντο. Είναι βασικά ενας ψηλομύτης γάτος αλλά δεν θα σας πω για αυτόν…
Εδώ σας λέω βασικά την δικιά μου ιστορία και δεν έχω λόγους να προβάλω την ιστορία του ψηλομύτη Πίντο.
Που λέτε αγαπητοί μου φίλοι…
Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα ξαφνικά στις βελούδινες πατούσες για διακοπές…
Ουαοοο…
Τα πάντα έμοιαζαν με παραμύθι εκεί. Κατ΄αρχήν ζούσα ένα όνειρο…
Ξέρετε τι είναι για έναν γατούλη να βλέπει το μπολάκι του γεμάτο απο κονσερβάκι, κροκετάκια και ψητό κοτοπουλάκι; Ούτε στα όνειρα μου τα έβλεπα αυτά…
Είχα τσακίσει τα πάντα απο την 1η μέρα που έφτασα εκεί….
Την επόμενη μέρα η ψηλή η Ελενίτσα μ΄είχε βάλει στον παιχνιδότοπο να παίξω…
Εκεί ήταν και αυτή η Βαλέρια, είχε κάτι μαλλιά…
Τι να σας λεω…
Βασικά την πέρασα για θάμνο….
Ξαφνικά εκεί που έπαιζα…
Βλέπω ενά γατούλη μεγαλύτερο από μένα σε ηλικία…
Τον κοίταξα με κοίταξε…
Είχε αυτή την έξυπνη σπίθα στο βλέμμα του…
Όταν μου χαμογέλασε, χαμογέλασαν και τα μουστάκια του…
– Θες να παίξουμε μαζί; Ρωτάει
Εγω δεν έχασα καιρό…
Όσο παίζαμε δεν έπαψε λεπτό να μιλάει για την μαμά του, τον πέρασα για μαμάκια
αλλά μου άρεσε ο ψηλός σταχτί τύπος…
Μας άφηναν με τις ώρες να παίζουμε και τα υπόλοιπα φιλοξενούμενα γατιά εκεί στην
Πανσιόν, να μας κοιτάνε το καθένα απο το τζάμι του δωματίου του όλο ζήλια.
Εγώ και ο Αλπέρτο μου μαζί, ναι έτσι τον έλεγαν Αλπέρτο, είχε υπέροχο όνομα…
Ποτέ δεν καταλάβαμε πως πέρνούσαν οι ώρες…
Ο Ρωσος ο Αλπέρτο, ήταν ξεχωριστός γατούλης και τον συμπαθούσα πολύ…
Ναι ρώσος ήταν, αφού αυτή είναι η καταγωγή της καλής του μανούλας Natalie…
Πολλές φορές έκανα την σκέψη πως αν η ξινή Ολλανδή τύπισσα δεν ήταν τόσο ξινή τότε ίσως να μπορούσα να την αγαπήσω.
Την μαμά του Αλπέρτο μου; Την αγάπησα και γω και ας μην την γνώρισα ποτέ …
Άκουα τόσα πολλά πράγματα για αυτήν που την αγαπησα μόνο και μόνο γιατί φρόντιζε τον Αλπέρτο μου, τον καλύτερο μου φίλο και λέω καλύτερο μου φίλο γιατί η γνωριμία μας δεν έμεινε εκεί…
Οι γονείς μου ταξίδευαν συχνά και γω να βρίσκομαι στις β. Πατούσες παρέα με τον Αλπέρτο μου. Κάθε φορά που θα έπρεπε να φύγει αυτός πρώτος, του κρατούσα τις πατούσες κι έκλαιγα κι αυτός να με παρηγορεί και να μου λέει ότι θα βρεθούμε ξανα
Ρορούλη μου, σύντομα θα είμαι και πάλι πίσω και γω να τον πιστεύω γιατί ο Αλπέρτο ήταν ότι πιο αληθινό μου έχει συμβεί…
Ήξερε πότε ήμουν καλά ή οχι…
Του τα έλεγα όλα και αυτός όπως πάντα σοφός γατούλης, να μου δίνει συμβουλές …
Ο ψηλός ξανθός μου κύριος;
Κάθε φορά που με έδινε στις βελούδινες πατούσες, έλεγε στην ψηλή Ελενίτσα και στον θάμνο την Βαλέρια, να μου βάζουν ελάχιστο φαγητό…
Αυτές του έλεγαν ότι δεν θα ήταν τόσο εύκολο γιατί όταν ένα γατί βρίσκεται μακριά απο το σπίτι του πρέπει να έχει και μία καλή ψυχολογία. Το να κόψεις το φαγητό δεν θα βοηθούσε. Αυτός επέμενε όμως, έλεγε οτι η γυναίκα του αυτό ήθελε. Ναι καλά έχετε καταλάβει, η ξινή κυρία μου, το ήθελε αυτό. Τσιγγούνα αυτή τσιγγούνης και αυτός και σου λένε πως αν ξαφνικά αρχίσω να τρωω απ΄ολα τότε θα έχω περισσότερες απαιτήσεις…
Οι βελούδινες πατούσες όμως; Ποτέ δεν υπάκουσαν τους Ολλανδούς γονείς μου…
Κι έτσι εγώ απολάμβανα τις μέρες μου στις β. Πατούσες, αφού δεν υπήρχε θέμα υγείας ωστε να μου κάνουν δίαιτα…
Άμα έτρωγα ότι ήθελα, άμα απολάμβανα τα χάδια της ψηλής Ελενίτσας και του θάμνου της Βάλεριας και άμα ο Αλπέρτο μου ο φίλος μου, ήταν γύρω, τίποτα άλλο δεν ήθελα.
Και ο καιρός περνούσε…
Είχα να πάω καιρό στις βελούδινες πατούσες και μου έλειπαν τα πάντα…
Στο σπίτι επικρατούσε μία ανησυχία…
Τηλεφωνήματα …
Μηνυματα στον υπολογιστή και γω να κοιτάζω με απορία…
Μέχρι που άκουσα τον ψηλό, ξανθό χαζό κύριο μου να μιλάει στο τηλέφωνο με την ψηλή την Ελενίτσα. Θα έφευγαν απο την Κύπρο και μένα δεν θα με έπαιρναν μαζί τους. Ρωτούσε την Ελενίτσα, αν ήξερε κάποιο καλό σπίτι για μένα. Ήθελαν να με δώσουν για υιοθεσία. Η Ελενίτσα του τόνισε οτι θα έβαζε αγγελία στην σελίδα των βελούδινων πατούσων και πως αν υπήρχε κάτι, μία καλή περίπτωση που ίσως θα γνώριζαν θα τον καλούσαν πίσω.
Οι μέρες περνούσαν και ανταπόκριση καμία…
Η Ελενίτσα θέλησε να μάθει τι γίνεται με το θέμα αυτο και πήρε τον ψηλό ξανθό χαζό κύριο μου τηλεφωνο. Αυτος της είπε οτι μάλλον βρήκε κάποια οικογένεια που έχουν καταγωγή απο την Δανία και εκεί θα με άφηναν.
Έτσι είπαν το τελευταίο αντίο κι έκλεισαν το τηλεφωνο.
Όλα έγιναν πολύ γρήγορα…
Βρέθηκα σε μία άγνωστη οικογένεια όπου λεπτό δεν μπορούσα να ηρεμήσω…
Στα αυτάκια μου άκουα συνεχώς γαβγίσματα σκύλου και γω να κρύβομαι κάτω απο έναν καναπέ…
Η ουρά μου έτρεμε και τα μουστάκια μου κάθε φορά που τον άκουα νόμιζα ότι θα μου έπεφταν…
Ο σκύλος να προσπαθεί να με αρπάξει και γω φοβισμένος να τρεμω όλόκληρος και να προσπαθώ να ξεφύγω…
Έζησα με αυτήν την οικογένεια μία ολόκληρη εβδομάδα…
Δεν ξέρω τι ακριβώς είχε γίνει και μία μέρα που τόλμησα να βγώ απο τον καναπέ…
Ο σκύλος που ήταν τεράστιος με κυνηγησε σε όλο το σπίτι, εγώ να τρέχω πανικόβλητος να γλυτώσω απο δωμάτιο σε δωμάτιο απο έπιπλο σε έπιπλο και μαζί να με κυνηγάει και η υπόλοιπη οικογένεια που με θεωρούσε ένοχο για τις ζημιές…
Ξαφνικά ο σκύλος να δαγκώνει την πατούσα μου και γω να ουρλιάζω απο πόνο.
Να κρυβομαι ξανα με αίματα …
Είχε γίνει ένας τεράστιος παρζουλισμός στο σπίτι…
Ο Δανός κύριος μου να παίρνει τηλέφωνο εξαγριωμένος τον ξανθό, χαζό ψηλό πρώην κύριο μου και να του ζητάει να έρθει να με πάρει.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και αυτό έγινε, αφού απ΄οτι κατάλαβα στην πορεία, είχε γίνει και μία επικοινωνία με την ψηλή την Ελενίτσα των β. Πατούσων, ώστε να βρεθούμε όλοι μας σε κάποιο δρόμο για να με πάρουν κοντά τους, οι β. Πατούσες.
Δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά…
Μέσα στο μυαλό μου κυριαρχούσε μόνο η εγκατάλειψη, τίποτα άλλο….
Μέσα στο αυτοκίνητο ενώ τα μικρά μου μιλούσαν με αγάπη όπως πάντα, εγώ τους έβγαζα δόντια και αυτά δεν ήξεραν τι να υποθέσουν. Όλο ρωτούσαν την ξινή την μάνα τους, τι ακριβώς συμβαίνει και πως ο Ρορη δεν ήταν ποτέ του έτσι.
Συναντηθήκαμε σε ενα δρομο με τις β. πατουσες και εκει η οικογενεια μου, πολυ ανετα, με εδωσε στις β. πατουσες.
Θυμαμαι τα μικρα αδελφακια μου να κλαινε και γω να ποναω μεσα μου…
Δεν ηθελα να με αφησουν πισω…
Ηθελα να παω μαζι τους…
Αλλα επεμεναν πως στην χωρα που θα πηγαιναν, εκει ετρωγαν τα γατακια, ετσι δεν θα ημουν ασφαλης…
Εδωσαν στις β. πατουσες ενα κουτί των 400 γραμμαριων κροκετακια οπου απο αυτό έλειπαν και τα εκατο γραμμαρια και ενα μπολακι.
Αυτα ηταν ολα και ολα η προικα μου….
Το αντιο τους ήταν ψυχρό…
Μόνο τα μικρά δεν σταμάτησαν να κλαίνε και γω να προσπαθώ να ελέγξω τα συναισθήματα μου…
Όλα αυτά που πέρασα, όλα αυτά που θα άφηνα πίσω μου, η σχέση μου με τα μικρά, η σχέση μου με τον ψηλό ξανθό μου κύριο, γιατί η αλήθεια είναι πως αυτός με αγαπούσε, απλά η ξινή η κυρά μου δεν με ήθελε και όλα αυτά, γιατί δεν ήθελαν να ξοδέψουν χρήματα για μένα λες και είχαν δέκα γατιά στο σπίτι….
Ένα ατελείωτο γιατί με βασάνιζε απο εκείνη την στιγμή…
Έτσι εύκολα παρατάς κάποιον;
Και η ψυχολογια μου; Όλα αυτά που βίωσα μαζί τους; Ο εσωτερικός βελούδινος, ευαίσθητος μου κόσμος; Το είναι μου; Η αγάπη που πρόσφερα; Τα μικρά που ήταν για μένα ότι πιο πολύτιμο είχα στην ζωή μου; Γιατί τόση αχαριστία; Δεν τους πρόσφερα ποτέ χαρά στο σπίτι; Ήμουν ένα βάρος για αυτούς;
Πήραμε τον δρομο για τις βελούδινες πατούσες εκεί όπου είχα γνωρίσει τον καλύτερο μου φίλο τον Αλπέρτο μου…
Εκει η ψηλή Ελενιτσα και η Βαλέρια με τα μαλλιά σαν θάμνος, διαπίστωσαν ότι είχα μία μεγάλη πληγή στην πατούσα μου απο το δάγκωμα του αγριό-σκυλου.
Εκλαιγα πολυ….
Μου φρόντισαν την πληγή μου, μου πρόσφεραν αγάπη αλλά εγώ είχα μελαγχολία…
Προσπαθούσα να κατανοήσω όλα αυτά που έγιναν, αυτά που είχα και αυτά που ήδη έχασα…
Δεν ήταν εύκολο για την ψηλή την Ελενίτσα και την Βαλέρια να ζουν μαζί μου…
Τις γρατσουνούσα …
Ήμουν επιθετικός μαζί τους και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό…
Eιχαν γνωρίσει έναν άλλο Ρορούλη…
Δεν ήμουν έτσι εγώ, αυτό έλεγαν μεταξύ τους και μάλιστα θύμωσαν πολύ για τους πρώην δίποδους γονείς μου.
Δεν μου άξιζε αυτό έλεγαν…
Ο Ρορούλης ήταν ήρεμος, όλο αγάπη και αγκαλιές τι έγινε και άλλαξε τόσο πολυ…
Αυτά ήταν τα δικά τους γιατί…
Όπως έχετε καταλάβει, όλα αυτά που πέρασα, μου είχαν στοιχίσει πολύ…
Γκρίνιαζα δάγκωνα και γρατσουνούσα…
Δεν το ήθελα αλλά έτσι μου έβγαινε…
Έλεγαν ότι έμοιαζα με αληθινή τίγρη….
Ναι ήταν αλήθεια, τότε αυτός ήμουνα, ένας πληγωμένος τίγρης που πέρασε πολλά με τα αμέτρητα γιατί να τον βασανίζουν….
Οι μέρες περνούσαν και ο μόνος που μπορούσε να με ηρεμήσει ήταν ο φίλος μου ο Αλπέρτο, αυτόν δεν τον γρατσούνισα ποτέ, ούτε του γκρίνιαξα ούτε τον δάγκωσα.
Μιλούσαμε με τις ώρες για όλα αυτά που περνούσα και αυτός πάντα είχε μια καλή κουβέντα να μου πει ανάμεσα απο τα μουστάκια του…
Ήμουν πολύ τυχερός που τον είχα στην ζωή μου και κάθε φορά που έφευγε απο την πανσιόν ώστε να επιστρέψει στο σπίτι του, εγώ του κρατούσα τις πατούσες και αυτός να μου δίνει κουράγιο ότι πολύ σύντομα θα τον έβλεπα και πάλι και είχε κρατήσει την υπόσχεση του. Μόνο όταν έφευγε απο την πανσιόν εγώ έπεφτα σε γατο-κατάθλιψη….
Στην πορεία;
Είχα ακούσει την ψηλή την Ελενίτσα και την Βαλέρια με τα μαλλιά σαν θάμνος, να μιλάνε μεταξύ τους…
Νόμιζαν ότι κοιμόμουν και δεν θα μπορούσα να τις ακούσω…
Έλεγαν ότι οι γονείς μου, δεν έφυγαν για δουλειά σε κάποια χώρα όπου εκεί έτρωγαν
γατιά αλλά επέστρεψαν πίσω στην πατρίδα τους στην Ολλανδία. Έλεγαν και από που το είχαν μάθει αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς από που…
Ο κόσμος μου είχε καταρρεύσει…
Δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου..,
Η γατο-κατάθλιψη μου επέστρεψε σε μεγαλύτερο βαθμό…
Όχι κύριε δίποδο…
Δεν πετάς έτσι απλά τις ψυχές…
Και όλα αυτά που έκανες σε μένα αύριο θα στο κάνουν τα παιδιά σου, θα σου άρεσε αυτό αραγε; Δεν το νομίζω…
Θυμάμαι τον Αλπέρτο να έρχεται για διακοπές στην πανσιόν μας και να προσπαθεί να με παρηγορήσει και γω πληγωμένος να μην ακούω τίποτα και αυτός να με αγκαλιάζει με αγάπη και να με διαβεβαιώνει ότι αυτός θα είναι πάντα δίπλα μου και θα με αγαπάει.
Τον πίστεψα γιατί ο Αλπέρτο μου είναι γατο-αγόρι απο σπίτι…
Σήμερα μετά απο χρόνια παραμένω στις βελούδινες πατούσες…
Ανήκω σε αυτές…
Μου αρέσει εδώ αλλά το μυαλό μου κάποιες στιγμές επιστρέφει εκεί σε αυτούς που με παράτησαν χωρίς καμία λύπηση, χωρίς καμία ενοχή και γω μόνος μου να κρατάω αυτό το γιατί….
Εξακολουθώ να γρατσουνάω να δαγκώνω να γκρινιάζω αλλά έκανα μεγάλη βελτίωση λέει η Βαλέρια μου…
Ναι αυτή ειναι η Βαλέρια μου, που προσπαθεί να με αγκαλιάσει και πότε πότε την αφήνω και κάνουμε αγάπες και αγκαλιές και μετά, μου δίνει απεριόριστο φαγητό, γιατί εδώ στις βελούδινες πατούσες, κανείς δεν κάνει δίαιτα…
Όλοι μας τρώμε ότι θέλουμε…
Είναι αυτό που μου έλειπε από εκείνο το σπίτι των Ολλανδών δίποδων γονιών μου…
Δεν ξέρω αν η ιστορία μου σας άγγιξε…
Δεν ξέρω αν σας έκανα να σκεφτείτε θετικά για τα ζωάκια σας…
Αυτό που εγώ ξέρω, είναι ότι ποτέ δεν ξεπέρασα την εγκατάλειψη αυτή που βίωσα…
Κοιμάμαι και ξυπνάω με αυτό το γιατί…
Με πονάει πολύ….
Η συμπεριφορά μου δεν είναι και η καλύτερη προς αυτούς που με αγαπούν και με φροντίζουν αλλά δεν το θέλω…
Έτσι μου βγαίνει γιατί το μυαλό, παίζει περίεργα παιχνίδια πολλές φορές…
Πότε ταξιδεύω στο χθες και πότε στο σήμερα…
Δεν μπορώ έτσι απλά να το διαγράψω, κανείς δεν μπορεί να διαγράψει το χθες απο την ζωή του, άλλωστε αυτή είναι και η ταυτότητα ολων μας δεν νομίζετε;
Εκει που είχα και τον φίλο μου τον Αλπέρτο να τα λέμε…
Εδώ και μήνες έφυγε απο την Κυπρο, σύντομα θα κλείσει χρόνος που έχω να τον δω. Ξέρω όμως πως είναι καλά και είμαι στην σκέψη του αφού κάθε τόσο η μαμά του, μας στέλνει φωτογραφίες του απο το εξωτερικό.
Χαίρομαι όμως που έχει μια μαμά που τον λατρεύει και τον φροντίζει…
Θέλω να ξέρετε πως η γκρίνια μου, πηγάζει μέσα απο τα πολλά που πέρασα δεν ειναι ότι δεν σας αγαπάω…
Ξέρω ακόμη πως βλέπετε τα βίντεο μου στην σελίδα μας και γελάτε μαζί μου απο αγάπη και όχι γιατί θέλετε να με κοροιδέψετε…
Γελάτε και με την Βαλέρια επειδή επιμένει να με αγγίζει όταν εγώ δεν θέλω αλλά δεν έχουμε θέμα με αυτό…
Φτάνει εσείς να περνάτε καλά….
Δεν θέλω να με λυπαται κανείς…
Πόνεσα πολύ και ο πόνος αυτός είναι δικός μου, ανήκει σε μένα…
Είμαι αυτός που είμαι και ν΄αλλάξω δεν μπορώ…
Να ξέρετε πως η όλη συμπεριφορά μου είναι η αγάπη μου προς όλους σας…
Μόνο να θυμάστε πως δεν πρέπει να πληγώνεται τα ζωάκια μόνο και μόνο επειδή είστε άνθρωποι…
Δεν είστε ανώτεροι απο μας τα ζωάκια…
Όλους ο καλός θεούλης μας δημιούργησε και για τον καθένα από μας έχει κι ένα σενάριο ζωής, με διαφορετικές κατευθύνσεις…
Εσείς επιλέγετε τον δρόμο που θ΄ακολουθήσετε…
Να δειχνετε στα ζωάκια σας, αγαπη και σεβασμο…
Θα πω επίσης αυτό που η Βαλέρια μου λέει πάντα…
Η αγάπη κάνει θαύματα….
Και γω την πιστεύω…
Κάποια μέρα που ξέρετε, μπορεί να γίνει το θαύμα και να πάψω να γκρινιάζω, να γρατσουνάω και να δαγκώνω…
Να θυμάστε πως μία εγκατάλειψη για ένα ζωάκι, μπορεί να σημαδέψει ολόκληρη την βελούδινη ζωή του…
Μην του το κάνετε αυτό…
Δώστε του αγάπη…
Δώστε του συμπόνια..
Δείξτε του κατανόηση…
Αγκαλιάστε το…
Γιατί όλα αυτά θα κάνουν την επιβίωση του για την επόμενη μέρα πιο αισιόδοξη…
Σας φιλώ ο Ρορούλης….

Comments

Βαλέριας Βαλέριου
Γεννήθηκε στην Λεμεσό. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής, αγιογραφίας καθώς και σεμινάρια Δημοσιογραφίας. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα τα Νέα. Στην συνέχεια μπαίνει στο χώρο της ραδιοφωνίας. Έχει ασχοληθεί με την παραγωγή μουσικών προγραμμάτων αλλά πολύ κυρίως με την παραγωγή και παρουσίαση ενημερωτικών εκπομπών καθώς και προγράμματα, συνεντεύξεων μέσα από τον Πολιτικό, κοινωνικό, ιατρικό, θρησκευτικό αλλά και πολιτιστικό χώρο. Διαβάστε Περισσότερα.