ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ – Μόνο τρία αστέρια

Παρακολούθησα έναν ακόμα περίπατο του ήλιου, μέχρι που κούρνιασε πίσω από το όρος Αιγάλεω. Ένα θαυμάσιο σύνολο χρωμάτων στην παλέτα του ουρανού στόλισε την σκηνή και την παράσταση, θα έκλεινε σε λίγο η νύχτα, τυλιγμένη στα μαγικά σκοτεινά της πέπλα. Φυσάει ευχάριστα. Το μικρό μου μπαλκόνι, μικρή ζούγκλα, όαση σωστή. Σίγουρα θα το ζηλεύουν τα απέναντι μπαλκόνια. Αλλά δεν φταίω εγώ. Δεν τα έχουν φροντίσει οι γείτονες μου. Σήμερα όμως σαν να έκαναν κάτι. Είδα να τα δροσίζουν, να βγάζουν καθίσματα, τραπεζάκια. Το ένα μετά το άλλο άναψαν και φώτα. Μπορώ να κρυφοκοιτάζω μέχρι το εσωτερικό σε μερικά από αυτά. Να, οι ακριβώς απέναντι μου έχουν σε ένα δωμάτιο ένα μεγάλο τραπέζι ντυμένο με λευκό τραπεζομάντηλο. Πάνε και έρχονται οι γυναίκες και τοποθετούν πιάτα, πιατέλες. Κάτι θα γιορτάζουν σίγουρα, ονομαστική εορτή, γενέθλια ή κάτι άλλο; Το διπλανό τριώροφο έχει σκοτεινά τα δύο πρώτα διαμερίσματά του. Στον τρίτο όροφο έχουν βγάλει καθίσματα, άναψαν και τα δύο φώτα του μπαλκονιού. Κανείς δεν κάθισε ακόμα. Η γιορτινή τραπεζαρία γέμισε καλεσμένους. Δεν τους ακούω, τι κρίμα!

Ο ουρανός αγκάλιασε την νύχτα και αυτή έγειρε στον ώμο του. Να δες εκεί κάτι λάμπει. Αστέρια είναι. Θα τα μετρήσω. Ένα, δύο, τρία. Αυτά μόνο. Τα φώτα είναι περισσότερα στα μπαλκόνια και τα παράθυρα των σπιτιών. Ένας καλεσμένος σηκώθηκε. Κρατά ένα ποτήρι. Σίγουρα κάτι λέει. Τα κλειστά παράθυρα κρατούν φυλακισμένους τους ήχους της γιορτινής συγκέντρωσης. Ίσως να έχουν και μουσική αλλά δεν ακούω τίποτα.

Αλλά να, ένα ακόμα αστέρι. Κινείται. Όχι δεν είναι αστέρι. Ένα αεροπλάνο βηματίζει προς την προσγείωσή του. Μα πώς είναι δυνατόν! Μόνο τρία αστέρια στον ουρανό μου; Τόσα μόνο βλέπω, τρία. Τα καλοκαίρια στο νησί του πατέρα μου, καθόμασταν έξω από το σπίτι σε μια αυλή που δεν την σκέπαζε ολόκληρη η φυλλωσιά των λιόδεντρων. Την πρώτη φορά που έγειρα το κεφάλι μου πίσω και κοίταξα κατάματα τον ουρανό, φοβήθηκα και έβγαλα μια κραυγή που τρόμαξε την μάνα μου.

«Τι έπαθες,» με ρώτησε με αγωνία.

«Είναι πολλά, πάρα πολλά και έρχονται καταπάνω μας…»

«Είναι άπειρα» μου είπε. Άνοιξε τα χέρια σου να πιάσεις κάποιο από αυτά που πέφτουν. Αν προφτάσεις και πιάσεις ένα, να κάνεις μια ευχή και αυτή θα γίνει πραγματικότητα. Άνοιγα την αγκαλιά μου και περίμενα με αγωνία. Συχνά έβλεπα κάποια να τρέχουν στον σκοτεινό ουρανό. Πίστευα πως έρχονταν σε εμένα. Αν έπεφταν θα τα έπιανα και θα τα ανέβαζα ξανά ψηλά. Η ευχή μου ήταν πάντα ή ίδια. Να είναι γεμάτος ο ουρανός με αστέρια. Φοβόμουν πως αν όλα πέσουν και δεν τα έπιανα εγώ ή κάποιος άλλος τότε θα άδειαζε ο ουρανός από αυτά τα μικρά και μεγάλα φωτάκια και το σκοτάδι θα ήταν μόνιμο στην αυλή μας.

Αυτό έκανα κάθε καλοκαίρι μέχρι που ενηλικιώθηκα. Υπέροχες οι βραδιές όταν το φεγγάρι στρογγύλευε και έκρυβε με την λάμψη του την δική τους. Υπέροχοι και οι ήχοι της καλοκαιρινής νύχτας με το ρυθμικό κελάιδισμα του γκιώνη που συνόδευαν τα τραγούδια της γιαγιάς. Εδώ δεν τον ακούω. Ο ουρανός της πόλης μου είναι άδειος. ¨Όλα τα αστέρια του έχουν πέσει στην γη. Αλλά η λάμψη τους δεν είναι η ίδια και δεν κρατά όλη την νύχτα. Μετά όταν έρχεται η σειρά του φεγγαριού να γεμίσει και να λάμψει μένει εκεί ψηλά μόνο του.

Φώτα άναψαν σχεδόν όλα μαζί και στα άλλα μπαλκόνια. Οι ήχοι της νύχτας, μονότονοι σαν του γκιώνη αλλά ενοχλητικοί. Κόρνες, φρεναρίσματα, μηχανές που βρυχώνται άναρθρα. Σε μερικές παύσεις, από το πέρασμά τους ακούω τα μαχαίρια και τα πιρούνια που χορεύουν στα τραπέζια όσων κάθισαν τελικά στα μπαλκόνια τους. Το γιορτινό τραπέζι έμεινε μόνο του. Ο ένας μετά τον άλλο οι καλεσμένοι, βγήκαν έξω μπήκαν στα αυτοκίνητα τους και έφυγαν. Μια γυναίκα κάθισε έξω αφού έσβησε όλα τα φώτα. Άναψε ένα δικό της, που σε λίγο έγινε στάχτη. Μετά μπήκε μέσα και έκλεισε τα παράθυρα. Σίγουρα θα πήγε να πλύνει τα πιάτα της ή να ξαπλώσει. Κανείς τους δεν πρόσεξε πως ο ουρανός έχει μόνο τρία αστέρια

Έμεινα εγώ και το νυχτολούλουδό μου. Μόλις ξημερώσει τα άνθη του θα μαραθούν και όπως κάθε βράδυ θα ανθίσει ξανά για να κάνει παρέα στα αστέρια μου. Οι πρόγονοί μας πίστευαν πως με το άρωμά του μπορεί να δαμάσει και άγρια θηρία, αν το γεύονταν σαν μεζέ με το κρασί τους. Oenothera το βάφτισαν. Ίσως τελικά μπορέσει να δαμάσει την ασχήμια της πόλης μου που στερείται το τραγούδι του γκιώνη και έναν ουρανό γεμάτο αστέρια.

Comments

comments