Σήμερα η Σούλα Σεβαστού κλείνει είκοσι χρόνια υπηρεσίας στο γραφείο. Όχι πως περιμένει να το θυμηθεί ο κύριος Θεόδουλος. Η ίδια όμως νιώθει περήφανη. Τις περισσότερες φορές στα γραφεία των δικηγόρων η ραχοκοκαλιά όλης της εργασίας καθώς κι οι αγγαρείες γίνονται από τους παρασκηνιακούς ήρωες. Τις γραμματείς. Μια τέτοια γραμματέας ήταν και η Σούλα Σεβαστού. Παρόλο που σερβιρόταν ως εξιλαστήριο θύμα και δέκτης της έντασης, του θυμού και της οργής τόσο του απαιτητικού αφεντικού όσο και των εξοργισμένων πελατών, τηρούσε υποχρεώσεις και υπηρεσίες πολύ πιο εξειδικευμένων γνώσεων και δεξιοτήτων. Η Σούλα ήταν ουσιαστικά το αυτοδιορισμένο –και αργότερα πλέον δεδομένο- δεκανίκι στήριξης του αφεντικού κατά την πραγματοποίηση όλων των καθηκόντων του επαγγέλματος. Το αισθανόταν χρέος και τιμή να εργάζεται δίπλα σ’ ένα επαγγελματία με αίγλη.

Μπήκε μέσα στο γραφείο με ένα πλατύ χαμόγελο, όπως αυτά που διαφημίζουν οδοντόκρεμες. Με το που μπαίνει μέσα ο κύριος Θεόδουλος την υποδέχεται κι αυτός με ένα χαμόγελο –πρώτη φορά, που ήταν για να απορεί κανείς. Ο κύριος Θεόδουλος ήταν πάντα οξύθυμος, νευρικός και συχνά ξεσπούσε με εκείνη την αγριοφωνάρα που ακουγόταν μέχρι το ισόγειο της πολυκατοικίας που φιλοξενούσε το γραφείο του.

Το να είναι κανείς δικηγόρος είναι ένα από τα επαγγέλματα με πολλά καθήκοντα και για να τα φέρει εις πέρας χρειάζεται πολύ καλός συντονισμός έτσι ώστε ακόμη και οι πιο ζόρικες υποθέσεις να διεκπεραιώνονται με αποτελεσματικότητα κι εντός των προβλεπομένων προθεσμιών όσο είναι ακόμη καιρός και δίχως τις δυσμενείς συνέπειες της γκρίνιας, δυσανασχέτησης, και οργής των αγανακτισμένων πελατών. Η περισσή ευθύνη, ανησυχία και ένταση που προϋποθέτει το επάγγελμα οδήγησε τον κύριο Θεόδουλο αρκετές φορές μέχρι την πόρτα του ψυχίατρου όπου κάθε φορά του συνταγογραφούσε αγχολυτικά, αντικαταθλιπτικά ή και υπνωτικά χάπια. Ο κύριος Θεόδουλος όμως ποτέ δεν ακολουθούσε πιστά τις φαρμακοθεραπείες. Είχε υποκατάστατα. Τρία πακέτα τσιγάρα την ημέρα και άλλοτε εκείνα τα βρωμερά πούρα Αβάνας που ήταν περισσότερο χρήσιμα ως εντομοκτόνο. Ποτέ δεν επιβίωνε μύγα ή κουνούπι μέσα στο γραφείο.

Δούλευε από 22 χρονών στο γραφείο του κυρίου Θεόδουλου Θεοφίλου που κάθε άλλο παρά δούλος του Θεού ήταν αφού ο ίδιος υπηρετούσε τις εργασίες του σατανά, όπως έλεγε η Σούλα. Μάλλον φιλοχρήματος παρά Θεόφιλος ήταν και μάλιστα ένας πολύ επιδέξιος κατεργάρης. Μόνη του έννοια να παίρνει τα λεφτά των δύστυχων ανθρώπων που γύρευαν έστω μια στάλα δικαιοσύνης στον ωκεανό της απατεωνιάς και της αδικίας. Είχε όμως πολύ καλό όνομα στην πιάτσα των νομικών υπηρεσιών λόγω του ότι ξελάσπωνε ακόμη και τις πιο βρώμικες υποθέσεις. Για το λόγο αυτό πολλοί τον προσλάμβαναν ακόμη και για πιο απλές υποθέσεις όπως τις αιτήσεις διαζυγίου, διατροφών, τις εκθέσεις απαιτήσεων προς τους οφειλέτες, τις διαθήκες και τα δυστυχήματα.

Η Σούλα ήταν η γλάστρα που δροσιζόταν από το νερό που έπινε ο βασιλικός. Έπαιρνε κι αυτή μερικές από τις σταγόνες που περίσσευαν και συγκρατούσε το λίπασμα που έτρεφε το φυτό και του χάριζε τη λάμψη του. Η δουλειά της ως γραμματέας του κύριου Θεόδουλου Θεοφίλου ήταν το μέσο από τ’ οποίο επιβεβαίωνε την ύπαρξη της αλλά και η μόνη πηγή της αυτοεκτίμησης της. Έπαιζε με τον ίδιο της τον εαυτό το ψυχολογικό παιχνίδι «πολυάσχολη» πείθοντας τον έτσι ότι το να παίζει δέκα διαφορετικούς ρόλους μέσα στο γραφείο παρά τις ανθρώπινες δυνατότητες της πάει να πει ότι άξιζε. Ανάμεσα στα άλλα, ήταν δακτυλογράφος, τηλεφωνήτρια, αγγελιαφόρος, έκτακτη καθαρίστρια, ψυχολόγος, ψήστης και σερβιτόρα του καφέ, το παιδί των θελημάτων, μαϊμού του τσίρκου που άκουγε τις διαταγές του θηριοδαμαστή της και εξιλαστήριο θύμα που δεχόταν την επιθετικότητα τόσο των πελατών όσο και του αφεντικού.

Ο μισθός της μετά από τόσα χρόνια υπηρεσίας ήταν ακόμη στα οκτακόσια κάτι ευρώ ακάθαρτα. Ποτέ όμως δεν τόλμησε να ζητήσει αύξηση. Τι ήταν άλλωστε η Σούλα για να επιχειρήσει ποτέ να σηκώσει ανάστημα; Ένα τίποτα. Μια τιποτένια γραμματέας. Μια σαρανταδιάχρονη γεροντοκόρη που έμενε ακόμη μαζί με τους ηλικιωμένους γονείς της. Πολύ ντροπαλή για να κάνει και να κρατήσει φίλους δεν είχε κοινωνική ζωή πέρα από τις υποχρεωτικές συναναστροφές που είχε στο γραφείο με το αφεντικό, τους μαθητευόμενους δικηγόρους του γραφείου και τους πελάτες.

Ο κύριος Θεόδουλος της ζητάει να περάσει στο δωμάτιο συνεδριάσεων. Και να σήμερα που η Σούλα Σεβαστού κλείνει είκοσι χρόνια υπηρεσίας στο δικηγορικό γραφείο του κυρίου Θεόδουλου, με το που μπαίνει μέσα αντικρίζει τον χειρότερο εφιάλτη της. Αυτόν που χρόνια προσπαθούσε να αποφύγει με το να δέχεται απρόσκοπτα και αδιαμαρτύρητα όλα της τα επιπρόσθετα καθήκοντα-ακόμη και αυτά που δεν ήταν μέσα στο συμβόλαιο εργασίας. Στη δεξιά άκρη του ορθογώνιου τραπεζιού καθόταν η ψηλόλιγνη ξανθιά τριαντάρα με τις ατέλειωτες γάμπες και το ασφυκτικό ντεκολτέ. «Σούλα, αυτή είναι η Αναστασία, η καινούρια μας γραμματέας. Η Αναστασία μας μιλάει και τα ρώσικα και θα αναλάβει κυρίως τους Ρώσους πελάτες. Θέλω να πιστεύω πως θα τα πάτε περίφημα. Θα σας αφήσω τώρα να τα πείτε». Ακόμη δεν το πίστευε η Σούλα αυτό που έβλεπε. Γινόταν αυτό τη μέρα των γενεθλίων των είκοσι χρόνων υπηρεσίας της; Και με την οικειότητα του «η Αναστασία μας»; Κι όμως ήταν.

Όσο περνούσαν οι μέρες ο εφιάλτης επιβεβαιωνόταν ακόμη περισσότερο. Η «Αναστασία μας» ήταν πρώτη στη λίστα των προτιμήσεων, τόσο του αφεντικού και των μαθητευομένων δικηγόρων του γραφείου, όσο και των πελατών. Ενώ η Αναστασία είχε πλέον προβιβαστεί σ’ εκπρόσωπο του κυρίου Θεοφίλου όταν αυτός έλειπε απ’ το γραφείο, ο ρόλος της Σούλας άρχισε σιγά σιγά να υποβιβάζεται στα δουλικά καθήκοντα. «Σούλα πετάξου στο βιβλιοπωλείο μείναμε από σιδεράκια». «Σούλα, περίπτερο. Marlboro κόκκινα». «Σούλα, χαρτόσημα». «Σούλα μείναμε από δικηγορόσημα». «Σούλα πήρες την τήβεννο μου απ’ το καθαριστήριο; Σήμερα έχω δικαστήριο». «Σούλα, τον καφέ». «Σούλα». «Σούλα». «Σούλα». Φώναζε το αφεντικό με το ύφος κυνηγού που απαιτούσε το σκοτωμένο θήραμα από το σκύλο του. Κι η Σούλα πάντα έτρεχε. Πάντα σαν καθαρόαιμο πόιντερ που καίγεται να βγάζει ασπροπρόσωπο τ’ αφεντικό του. Προσπαθούσε ν’ αλλάξει κάτι, με την ελπίδα να κερδίσει και πάλι το χαμένο στη σκιά της Αναστασίας κύρος της.

Στον ένα μήνα από τη μέρα που η Αναστασία είχε έρθει η Σούλα είχε ήδη βγάλει τα χοντρά της γυαλιά με τη βοήθεια φακών, κάτι που για χρόνια φοβόταν να τολμήσει, και είχε κάνει μεγάλη προσπάθεια να βάφεται λίγο πιο έντονα. Είχε επίσης κοντύνει τις φούστες τις δύο πόντους. Σταμάτησε να παίρνει ακόμη αποδείξεις στο αφεντικό για τα έξοδα του γραφείου και τα ’βαζε όλα από την τσέπη της με την ελπίδα ότι το αφεντικό θα το πρόσεχε και θα τη φώναζε στο γραφείο. Καμία εκτίμηση των προσπαθειών της. Οι κόποι της χαραμίζονταν και περνούσαν απαρατήρητοι ενώ τα λεπτά που περνούσε η Αναστασία στο γραφείο του κυρίου Θεοφίλου αυξάνονταν. Πότε πότε ακούγονταν και γελάκια πίσω από την κλειστή πόρτα του γραφείου του.

Μια μέρα η Αναστασία βγήκε απ’ το γραφείο του αφεντικού και ένα κουμπί από τη μπλούζα της έλειπε. Η Σούλα πρόσεξε το λευκό στρογγυλό κουμπί να κείτεται στο πάτωμα καθώς έμπαινε να πάρει τον καφέ στο αφεντικό. Ένιωσε πρώτη φορά μια περίεργη αίσθηση σε όλο της το σώμα. Κάτι μέσα της είχε σπάσει ενώ ένιωθε το αίμα στις φλέβες της να ρέει ζεστό και τα μαλλιά στο κεφάλι της να υψώνονται σαν κεραίες. «Σούλα ο καφές είναι χωρίς καϊμάκι! Άλλο!», είπε το αφεντικό και κούνησε το κεφάλι μουρμουρίζοντας περιφρονητικά. Η Σούλα παίρνει τον καφέ και φεύγει απ’ το δωμάτιο. Επιστρέφει μέσα σε λιγότερο από έξι λεπτά. «Κύριε ορίστε, ο καφές σας με καϊμάκι», είπε και αναποδογυρίζει τον καφέ σημαδεύοντας τη φαλάκρα του αφεντικού ευθύς στο κέντρο της. Ο κύριος Θεόδουλος τινάζεται σα βρεγμένο γατί. Η Σούλα φεύγει τώρα απ’ το δωμάτιο ανάλαφρη, σκυλί που του έλυσαν την αλυσίδα.

Comments

comments