Από μικρή την είχαν παραχαϊδεμένη. Ήταν όμορφη, μοναδική. Το έλεγαν όλοι, όταν χόρευε, έπαιζε πιάνο, όταν ζωγράφιζε καλύτερα και από ζωγράφο, όταν έπαιζε θέατρο στις σχολικές παραστάσεις. Τραγουδούσε συνέχεια ακόμα και ώρες σιωπής.

«Ναι ήμουν όμορφη. Το έβλεπα καθημερινά, σε μια φωτογραφία μου. Φορούσα μίνι φούστα και μια θαλασσιά πουκαμίσα ίδια με το χρώμα των ματιών μου. Ήμασταν φίλες, δεν την αποχωριζόμουν ακόμα και όταν με πλάγιαζαν για να ηρεμήσω εγώ και όλοι τους από εμένα. Με αγκάλιαζε, με σκέπαζε, μου μιλούσε όμορφα. Με άφηνε να ποζάρω δίπλα της με τήν νυχτικιά μου και πιασμένες απο το χέρι να πηδάμε απο το παράθυρο και να σεργιανάμε σε βίτρινες να δούμε άν άλλες ήταν ομορφότερες απο τις δύο μας. Μετά κατάκοπες από το ξενύχτι επιστρέφαμε.

Έψαξα αλλά δεν την βρήκα πουθενά. Χάθηκε αυτή και η κορνίζα. Φώναζα, «την θέλω πίσω, την θέλω πίσω, την θέλω πίσω είναι δικιά μου. Είναι η φίλη μου, η καλύτερη, είναι δικιά μου».

«Δεν μπορεί παιδί μου να είναι αυτή η φίλη σου, μια πουκαμίσα είναι μόνο»

«Μπορεί, μπορεί, μπορεί.»

Είπαν θα μου βρουν μιαν άλλην. Αλλά δεν θα ήταν αυτή, ίδια όμορφη σαν εμένα. Εκείνη ήταν φίλη μου και ήξερε τα πάντα για μένα. Με κράτησαν καιρό σιωπηλή. Και τότε εγώ τους εκδικήθηκα. Δεν έπαιζα πιάνο, δεν τραγουδούσα, δεν χόρευα, δεν  ζωγράφιζα, τίποτα δεν έκανα. Μόνο άσχημα, σαν έμενα και τις σκέψεις μου.

Βγήκαν να ψάξουν. Να βρουν μιαν ίδια πουκαμίσα Περπατήσανε αρκετά και μπήκαν στα καλύτερα εμπορικά καταστήματα. Τίποτα δεν βρέθηκε. Και τότε θύμωσε. Δεν σταματούσε να τους υπενθυμίζει το ίδιο πράγμα.

«Θέλω την ίδια, θέλω την ίδια, θέλω την ίδια, θέλω την ίδια, την θέλω πίσω», μόνο αυτό τους έλεγε από το ένα πρωί μέχρι το άλλο πρώϊ.

Βγήκαν ξανά για να την ψάξουν. Ξάφνου την είδε στο απέναντι πεζοδρόμιο να στέκεται πίσω από το παράθυρό της, στο φανάρι μιας διάβασης, στην γωνία. Ήταν ίδια σαν εκείνη, όμορφη, ζωντανή.

«Πλησιάσαμε την βιτρίνα, αλλά ήταν αδιάφορη, δεν με αναγνώρισε. Εγώ είμαι, της είπα. Ήρθα να σε πάρω μαζί μου. Θα είμαστε όπως τότε, φίλες.»

«Σε ποιόν μιλάς,παιδί μου;»

«Σε κανέναν…»

«Έλα μέσα, να σε δω από κοντά,» μου είπε εκείνη και άνοιξε την πόρτα της. Ήθελα να την αγκαλιάσω, να την πάρω και να φύγουμε αμέσως, αλλά εκείνη ήταν δισταχτική».

«Υπάρχουν και άλλοι ενδιαφερόμενοι για εμένα». Το είπε τόσο ψυχρά!»

«Δεν είσαι φίλη μου πια, προτιμάς να μένεις εδώ;»

«Εδώ είναι η θέση μου, πρέπει να καταλάβεις κάποια στιγμή πώς εδώ είναι η ζωή μου. Προχώρα χωρίς εμένα επιτέλους, κάνε κάτι για την δική σου ζωή. Ανοίκουμε σε διαφορετικούς κόσμους.»

«Δεν θέλω να κάνω κάτι άλλο, θέλω εσένα.»

«Σε ποιον μιλάς, παιδί μου;»

«Σ΄εμένα..»

Ρώτησαν αν θέλουν κάτι άλλο γιατί δεν μπορούσαν να την βγάλουν απο την βιτρίνα, δεν ήταν στα μέτρα της.

«Δεν με πειράζει αν είσαι μεγαλύτερη, εγώ θέλω εσένα για φίλη μου, να σε φορώ, να με στολίζεις, να μου λες πόσο όμορφες είμαστε μαζί.»

«Με ποιόν μιλάς παιδί μου;»

«Σε αυτήν, την θαλασσιά πουκαμίσα, την θαλασσιά πουκαμίσα, την θαλασσιά πουκαμίσα!»

Την κράτησαν πάλι σιωπηλή, στο σκοτεινό δωμάτιο. Να μην μπορεί να την βλέπει ούτε με τα μάτια της φαντασίας της. Όταν ξύπνησε αποφάσισε να πάει να την βρει μέσα στην νύχτα που κανείς δεν θα την έβλεπε. Πήδηξε από το μπαλκόνι της.  Πόνεσαν τώρα κορμί  και ψυχή.

Ξανά τα ίδια για πολύ καιρό. Σιωπή, σκοτάδι, ατέλειωτος ύπνος χωρίς όνειρα οι ατέλειωτες νύχτες.

«Με βαρέθηκαν όνειρα και νύχτες. Από την λήθη με ξύπνησε το λίθιο και μπήκα υποβασταζόμενη για λίγο στόν πραγματικό κόσμο. Σκέφτηκα να καταστρώσω μεγάλα σχέδια για το αύριο.

Την ζωγράφισα σε όλα τα χρώματα, εκτός το θαλασσί, για να την ξεχάσω, αλλά πάντα σε μια βιτρίνα, αγέλαστη σαν την ψυχή μου. Μερικούς καμβάδες μου, τούς έστειλαν στην γκαλερί απέναντι από το σπίτι μας. Να τούς βλέπει, να με θυμάται. Αλλά δεν ήταν πια εκεί. Είχε φύγει.

«Πουλήθηκαν σχεδόν όλοι, τους είπαν, αν έχετε κάτι άλλο, μάς ενδιαφέρει!»

«Είχα αλλά πώς να το αποχωριστώ!Ηταν ένας καμβάς με λάδι, εγώ και αυτή. Όπως τότε, ήταν θαλασσιά. Την φορούσα, με αγκάλιαζε και χαμογελούσα. Μια εικόνα μου ψεύτικη. Έτσι όπως θα ήθελα να είμαι και δεν μπορούσα. Να με βλέπει ο καθρέπτης μου και να μήν τρομάζει. Μεθυσμένος αυτός, απο την δική μου δίψα γιά αψέντι, μεταμορφωμένος σε πράσινη νεράϊδα, οργίαζε μέσα στο ίδιο μου το δωμάτιο, μ’εναν Picasso, πού με ειρωνευόταν ο παλιόγερος συνέχεια, πώς καλύτερα να αφήσω τα πινέλα, έλεγε  και να πιάσω φιλίες με έναν Ernest Hemingway και να μάθουμε επιτέλους «για ποιόν κτυπά η καμπάνα».

Στην γκαλερί έμειναν να κοιτούν αμήχανα μιά εμένα μιά «την θαλασσιά πουκαμίσα» Ηταν η καλύτερη λύση να την οδηγήσω σε αυτούς.

Επέστρεψα στον κόσμο μου χωρίς αυτήν. Καταπιάστηκα με άλλα εκτός από τον εαυτό μου. Δεν τον μπορούσα άλλο.

Τον ανέλαβαν, ευτυχώς, κάποιοι άλλοι με αγάπη για τον άνθρωπο, τα κρυφά του προβλήματα και μυστήρια.

Τούς άφησα να προσπαθούν να με γυρίσουν σ’ έναν κόσμο ξένο. Μέχρι τώρα ζούσα μέσα για μιά θαλασσιά πουκαμίσα και από τότε πού τήν έχασα, είχα και εγώ χαθεί και κανείς δεν ήθελε να το καταλάβει.

Comments

comments