Αντίκρυσα τον μάεστρο μονάχο του, με χείλη ερμητικά κλειστά, σκεπασμένον με ενα λευκό σεντόνι να τον προστατεύει απο την σκόνη του χρόνου ή για να μην μπορεί να βλέπει τήν μοναξιά του. Τον πλησίασα. Τον ξεσκέπασα με σεβασμό και δέος.

Μαέστρο μου, εδώ είσαι ακόμα; του είπα ανοίγοντας τα σφραγισμένα χείλη του αφού τράβηξα το τσόχινο σκοροφαγωμένο κασκόλ του. Κάθισα δίπλα του, χάϊδεψα τα κιτρινισμένα του δοντάκια, όπως έκανε η γιαγιά μου πλημυρίζοντας με κάθε λογής μελωδία όλο το σπίτι μας και θυμήθηκα πώς τα σύγκρινε με τά δικά μας, τα κατάλευκα. Μελαγχόλησα

Έμεινα μαζί του για κάμποση ώρα. Θυμηθήκαμε τα παλιά. Τα πρώτα μαθήματα  με την γιαγιά μου, τα πρώτα ρεσιτάλ μας μπροστά σε όλη την οικογένεια με τον μαέστρο να μοιράζεται μαζί μου, χειροκρότημα και επαίνους.

«Εγώ, δεν κάνω τίποτα, το παιδί έχει ταλέντο και γιαγιά καλή δασκάλα» έλεγε χαμηλώνοντας το βλέμμα του ταπεινά αν και ήταν απο μεγάλο σόϊ. Όταν σταμάτησα μου έριξε μια ματιά αγωνίας και φόβου.

«Μην με αφήσετε ξανά μόνο κύριε,η υγρασία τσακίζει κόκκαλα. Καλή η εξοχή, ειδικά την εποχή που οι πορτοκαλιές ανθίζουν  και με τρελλαίνουν τα πουλιά από τον κήπο, αλλά η μοναξιά είναι σκληρή, ούτε την φωνή μου δεν αφήνει ν’ακούσω. Πάνε οι γιορτές, τα τραγούδια με τήν αγαπημένη μου γιαγιά σας! Σβηστοί πολυέλεοι, κλειστά παράθυρα,σκοτάδι στο αρχοντικό σας,στην καρδιά μου, δείτε τι κακό μου έχουν κάνει!»

«Χρειάζεσαι ενα γερό τσεκ απ φιλε μου και δεν είναι εποχές γιά σπατάλες. Καλά είσαι εδώ,έχεις παρέα. Θα έρχομαι πιό συχνά να σε βλέπω» του είπα ψύχραιμος προσποιούμενος τον αδιάφορο.Μιά καταιγίδα αναμνήσεων πλημύρισε την καρδιά μου ενώ ταξίδευα στους παράδεισους των παιδικών μου χρόνων. Σηκώθηκα να φύγω αλλά με άρπαξε από το χέρι.Παρακαλούσε να μην τον αφήσω ξανά μόνο του, γέρο και άρρωστο.

Θα το σκεφτώ, του είπα. Τότε αναθάρησε και έιπε:

«Να  ρίξουμε μια ματιά δίπλα, να δούμε τι κάνει η Φροϊλάϊν και η παρέα της;».

Άνοιξα τήν συρόμενη πόρτα και ήταν εκεί. Καθισμένη μπροστά στην πόρτα του σαλέ της,κρατώντας στην ποδιά της το κλουβάκι του κούκου της, δίπλα στους δύο Τιρολέζους χωρικούς, αποκοιμισμένους πάνω στο πάγκο κρατώντας τα γεμάτα ακόμα με μπύρα ποτήρια τους.

Ο μαέστρος τρελλάθηκε απο χαρά όταν τούς είδε. Αυτοί πάλι προσπάθησαν να τραγουδήσουν, να χορέψουν αλλά είχαν πιαστεί απο την ακινησία και την βαρεμάρα. Η Φροϊλάϊν συγκινήθηκε. Εμεινε ακίνητη στο μπαλκονάκι της κοιτάζοντας μας. Ο μαέστρος  κουνούσε το κασκώλ του στον άερα και ταυτόχρονα τραβούσε το μανίκι του σακακιού μου. Γύρισα και τον κοίταξα.

Πάρε μας μαζί σου, μην μας αφήσεις ξανά μόνους, είπε με λυγμούς.

Μα, μαέστρο, είναι μικρό το διαμέρισμα, δεν χωράμε, δεν εχω χρόνο, το ταξίδι ακριβό. Μετά θέλεις καινούργια ρούχα, το σαλέ της Φροϊλάϊν ανακαίνιση. Σου είπα θα το σκεφτώ.

Τα δάκρυά τους κατρακυλούσαν ακολουθώντας με στην έξοδο.Δεν άντεξα. Τους μετέφερα στο διαμέρισμα μου για συγκατοίκηση, με την ελπίδα να αλλάξει κάτι στην ζωή μου.Υποσχέθηκαν να φέρουν μόνο αγαπημένες αναμνήσεις.

Εφερα γιατρό για τον μαέστρο. Του έδωσε μιά καλή κούρα και συνήλθε γρήγορα. Του αγόρασα ενα καινούργιο τσόχινο κασκώλ για τόν λαιμό του, και λεβάντα κολώνια για το ξύρισμα.¨Οσο για το σαλέ, κατάφερα να φτιάξω τις ζημιές, αγόρασα καινούργιες αλυσίδες με δυό χρυσά κουκουνάρια, έβαψα τον πάγκο τών Τιρολέζων.

Δεν περίμενα ποτέ πως θα μου έδινε τόση χαρά το «τικ τακ»,της καρδιάς της όταν η Φροϊλάϊν με αγκάλιασε σφιχτά ευχαριστώντας με.Το ιδιο «τικ τακ» που ανακάλυψα με τον παππού μου να σκαμπανεβάζει το δικό μου στήθος, όταν με σήκωνε ψηλά να δώ από κοντά τους Τιρολέζους να τραγουδούν.

Η συγκατοίκησή μας πήγαινε καλά. Ο Σάμ και η Σίσι χάρηκαν στην αρχή. Όταν τα λέγαμε με τον μαέστρο και τον μετρονόμο του,ξάπλωναν στα πόδια μας,γουργουρίζοντας ρυθμικά. αγκαλιασμένοι. Φάνηκαν σημάδια βελτίωσης στην άχαρη ζωή μου. Περνούσαμε καλά,μέχρι που συνέβει κάτι το ασύληπτο, αναπάντεχο.

Ένα βράδυ ξύπνησα απο φωνές και έντονες λογομαχίες. Δεν πίστευα στα αυτιά μου και στα μάτια μου,σαν αντίκρυσα να τσακώνονται ο Σάμ με τον μαέστρο και η Σϊσι με την Φροϊλάϊν. Ο Σάμ είχε πετάξει το ολοκάινουργιο κασκώλ του μαέστρου, έιχε σκαρφαλώσει και πηγαινοερχόταν πάνω του ξυπόλυτος κάνοντας τον να βγάζει άναρθες κραυγές από πόνο. Ηταν ζηλιάρης ο Σάμ αλλά να ζηλέψει τον μάεστρο επειδή τραγουδούσε όμορφα; Δεν το περίμενα αυτό. Απο την άλλη πάλι, η Σίσι πως κατάφερε να σκαρφαλώσει και ν΄άνέβει μέχρι επάνω στα κόκκινα κεραμυδια του σαλέ απειλώντας την τρομαγμένη Φροϊλάϊν που προσπαθούσε να ξαναμπεί στο σπιτάκι της φωνάζοντας βοήθεια.

«Χίλφε, χίλφε, εγκό ντεν τέλει τον άνδρα σου»

«Θα στην κόψω την κοτσίδα, σταμάτα να κάνεις τα γλυκά μάτια στον Σάμ μου», φώναζε σαν τρελλή η Σίσι.

«Σταματήστε!Θέλω να κοιμηθώ!» είπα σε αυστηρό τόνο.

Το επόμενο βράδυ, τα ίδια. Αποφάσισα να τούς μιλήσω. Του εξήγησα πως η συγκατοίκηση μας είχε σοβαρά προβλήματα.Θα τα εύρισκαν ή θα τους πήγαινα ξανά ολους στο κτήμα. Φοβήθηκαν. Ο μαέστρος είπε πως δεν άντεχε αλλο την μοναξιά,η Φροϊλάίν παραδέχτηκε πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτόν και οι Τιρολέζοι με απείλησαν πώς θα πιούν ολες μου τις μπύρες και θα τα κάνουν γυαλιά καρφιά, αν τους χωρίσω απο την Φροϊλάϊν. Μόνο ο Σάμ πέταξε από την χαρά του. Εκεί θα ήταν ελεύθερος να ξενυχτά πάνω σε κεραμοσκεπές φλερτάροντας ναζιάρες επαρχιώτισες.

Η Σίσι έξαλλη απο ζήλεια άρχισε να κλαίει.Ανυπόφορη η κατάσταση. Τους έδωσα μια μέρα καιρό να τα βρούνε ώστε να μην φύγουν.

Το επόμενο βράδυ έστησα αυτί για να κρυφακούσω τις διαπραγματεύσεις τους. Ο Σάμ ορκιζόταν πως δεν θα ξαναφλέρταρε την Φροϊλάιν.Ο μαέστρος τούς υποσχέθηκε δωρεάν  μαθήματα μουσικής και παραδέχτηκε πως  ήταν ερωτευμένος με την Φροϊλάϊν γιατί έιχαν κοινά σημεία και πώς «ο χρόνος» έπαιζε μεγάλο ρόλο στην σχέση τους.

Το πρωϊ έθεσα τους όρους μου και τους δέχτηκαν χωρίς αντιρρήσεις.

Ο μαέστρος θα τραγουδούσε μόνο μαζί μου.Ο κούκος στο κλουβί θα κοιμόταν τις ίδιες ώρες με εμένα.Μπορούσαν να τα πίνουν οι Τιρολέζοι με την Φροϊλάϊν αλλά αθόρυβα.. Ο Σάμ και η Σϊσι πήραν την άδεια μου να κοιμούνται στα πόδια μου κάθε Σαββατοκύριακο και η συγκατοίκηση συνεχίστηκε.

Comments

comments