Του ανάθεσε και την αποθήκη. Έπρεπε να κάνει την απογραφή και να την οργανώσει. Θα καταχωρούσε τα πάντα στο καινούργιο λογιστικό τους πρόγραμμα και θα σκανάριζε ότι έγγραφο υπήρχε μέσα στα μαύρα ντοσιέ.

«Αυτά τα χρήματα θα είναι bonus, όχι υπερωρίες» του είπε. Κομμένες τώρα με την κρίση. Η δουλειά έχει κόψει πολύ».

Το είχε υποσχεθεί και τον πίστεψε. Σεβόταν τον εργοδότη του. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Δεν τολμούσε να πει τίποτα, να έχει καμία  αντίρρηση. Είχαν απολυθεί πέντε άτομα τους τελευταίους μήνες. Ανάμεσα τους και ο αποθηκάριος που κρατούσε την τάξη μέσα στο χάος τόσων κωδικών στα είδη τους. Δεν ρώτησε ποιο θα ήταν το bonus. Ότι και να ήταν, τα χρειαζόταν αυτά τα χρήματα για την βάφτιση.

Έκανε και άλλη δουλειά για να τα βγάλει πέρα. Διανομές τα βράδια, σε μια πιτσαρία. Όμως η οικονομική κρίση κτύπησε και εδώ. Οι παραγγελίες είχαν μειωθεί σημαντικά. Έμειναν τα δύο ανίψια του πιτσαδόρου να τον βοηθούν και έβαλε μια καλή έκπτωση για τους πελάτες που θα παραλάμβαναν τις πίτσες οι ίδιοι. Έτσι έχασε ένα βοήθημα που έφερνε στο σπίτι.

Μετά το ωράριο του στο λογιστήριο, κατέβαινε στις αποθήκες και ξεκινούσε τον αγώνα του. Βρήκε ένα χάος. Έπρεπε πρώτα να βάλει μια τάξη σε όλα τα αδέσποτα εμπορεύματα. Πολλά πράγματα είχαν παραμεληθεί και έμειναν ατακτοποίητα. Έτσι ξεκίνησε με υπομονή το νοικοκυριό. Πρώτα έπρεπε να βρει το σωστό κουτί, να μην τα μπλέξει με διαφορετικά μοντέλα. Μετά να προσέξει να έχει το κάθε κουτί την ποσότητα, αυτή που αναγραφόταν απέξω για να μπορέσει μετά εύκολα να μετρήσει τα γεμάτα κιβώτια. Στην συνέχεια να τα καταχωρήσει και αυτά στο πρόγραμμα.

Να βρει τα τιμολόγια αγοράς τους και να καταχωρήσει την σωστά στοιχεία και την αξία τους, Διαφορετικά δεν θα συμφωνούσαν στο τέλος οι αριθμοί.

Όλα γίνονταν για τους αριθμούς. Μικροί ή μεγάλοι είχαν αξία για το αφεντικό του. Ήθελε τους μικρούς στα έξοδά του και τους μεγάλους στα κέρδη του. Οι άνθρωποι έρχονταν μετά. Πολλές φορές ούτε αυτούς δεν έβαζε μετά. Έδινε την θέση τους στα μηχανήματά του, τους υπολογιστές και όλα τα άλλα.

Κάθε μέρα τα ίδια. Εκείνες οι αποθήκες τον ήθελαν συνέχεια κοντά τους, τον είχαν ερωτευτεί. Ολοένα και κάτι καινούργιο πεταγόταν μέσα σε εκείνο το χάος. Μόλις καταλάβαιναν πως έφθανε στο τέλος της καταδίκης τους στο σκοτάδι, τότε έβγαζαν από τα σπλάχνα τους και άλλα ανταλλακτικά κρυμμένα κάτω από κούτες, ράφια και ντουλάπες. Είχαν πάρει σάρκα και οστά και έπαιζαν το κρυφτούλι μαζί του, σύμμαχοι λες και ήταν με το αφεντικό του.

Μέρα με την μέρα προχωρούσε το σχέδιο εξόντωσης αυτής της αταξίας. Σε κάθε κιβώτιο κολλούσε απέξω, μια σελίδα Α4 που είχε επάνω της σκανάρει την περιγραφή από το συνοδευτικό και μάλιστα φωτογραφία του αντικειμένου. Σωστή δουλειά! Έτσι δεν την είχε ξανακάνει κανείς όπως την έκανε αυτός,. Δεν ήξεραν, δεν τους πέρναγε από το μυαλό πώς να το κάνουν, γιατί δεν ήθελαν να το κουράσουν. Ίσως και γιατί χρόνος δεν υπήρχε για να βάλουν τάξη στην δουλειά τους. Τον τελευταίο καιρό είχαν αποθηκάριο έναν πρόσφυγα από το Πακιστάν. Δεν κόστιζε πολλά. Ούτε ένσημα, ούτε κανονική αμοιβή. Αλλά τι να το κάνεις; Δεν ήξερε καλά Ελληνικά, δεν διάβαζε. ¨Όπου εύρισκε χώρο έβαζε τα εμπορεύματα και αν ήταν το σωστό σημείο ή όχι δεν το πρόσεχε. Αυτός πάλι τα ξανάβρισκε, ήξερε που τα έβαζε και τα εύρισκε. Σαν τον απέλυσε όμως, τότε βγήκε το πρόβλημα στην επιφάνειά του.

Το σκάνερ είχε στείλει κάτι άσχημα μηνύματα. Αν συνέχιζε με αυτόν τον ρυθμό θα το έστελνε στα θυμαράκια. Καινούργιο δεν θα του αγόραζαν και μετά πως θα συνέχιζε την ωραία δουλειά που είχε ξεκινήσει; Εκεί μέσα το αφεντικό είχε εμπόρευμα ξεχασμένο ή κρυμμένο, ίσως και χρόνια. Καθώς το ανακάλυπτε το κατέγραφε και τακτοποιούσε, σκεφτόταν πόσα χρήματα ήταν ξεχασμένα, αναξιοποίητα εκεί μέσα.

Κακή διαχείριση, κακή διοίκηση, κακό το αφεντικό. Τις καλές εποχές η ζήτηση ήταν μεγάλη και το χρήμα έρεε άφθονο. Γιατί να προβληματιστεί; Αγόραζαν και αποθήκευαν χωρίς να ξέρουν τα πραγματικά αποθέματα τους στις αποθήκες. Αλλά σαν έκανε την εμφάνισή της η δυσκολία, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης,  έπεσε η δουλειά. Τότε  ενοχλήθηκε το αφεντικό, κάτι έπρεπε να κάνει. Αυτός ήταν επαγγελματίας, υπάλληλος με ήθος. Ότι του έδινες να κάνει, το έκανε σωστά και όσο γινόταν καλύτερα. Δεν είχε πτυχία σε μεγάλες κορνίζες και από σχολεία με βροντερά ονόματα, αλλά την τάξη και την οργάνωση, τα είχε μάθει από μικρός δίπλα στον πατέρα του. Ήταν σίγουρος πως στο τέλος, το αφεντικό θα έμενε ικανοποιημένος και να του έδινε  μεγαλύτερο bonus από αυτό που υπολόγιζε. Καθώς τακτοποιούσε, έκανε όνειρα. Θα καλούσε μετά την βάφτιση τα σόγια τους για φαγητό σε καμιά ταβερνούλα. Ίσως ακόμα να τοποθετούσε μια τέντα στο μπαλκόνι να μην τους ψήσει και φέτος ο ήλιος το καλοκαίρι. Να μπορεί να κάθεται η μάνα του εκεί με το μωρό να χαζεύουν την κίνηση. Χωρίς τέντα ο ήλιος θρονιαζόταν στο μπαλκόνι και δεν άφηνε άλλον να καθίσει εκεί ούτε ένα λεπτό.

Δεν ήταν μικρή υπόθεση αυτή η αποθήκη. Το έργο που του είχε αναθέσει ήταν μεγάλο και δύσκολο για να το φέρει σε πέρας ένας άνθρωπος μόνος του και σε τόσο σύντομο χρόνο. Κάθε βράδυ αντί να λέει ερωτόλογα στην γυναίκα του, μουρμούραγε  κωδικούς και της περιέγραφε τι έκανε. Αυτός χαιρόταν σαν να ανακάλυπτε θησαυρό κρυμμένο, όχι για τον εαυτό του αλλά για την επιχείρηση που εργαζόταν. Η γυναίκα του χαιρόταν για αυτόν. Είχε κατανόηση για όσα έκανε, για τις ώρες που έλειπε και είχε εμπιστοσύνη στην ικανότητά του. Όμως, του έλεγε να κρατάει μικρό καλάθι σαν θα πάει να μαζέψει τα bonus του, πως τα αφεντικά δεν χαρίζουν σε κανέναν ούτε  ένα ψίχουλο από αυτά που πέφτουν από το κουλούρι τους. Ακόμα και με το δάκτυλο τους, αφού το σαλιώσουν τα μαζεύουν ένα ένα.

« Αμ πώς νομίζεις,  πως κάνουν τα λεφτά όλα τα αφεντικά;» του έλεγε

Εκείνος όμως συνέχιζε. Ήταν σίγουρος πως στο τέλος θα κέρδιζε το έπαθλο του, το bonus του. Είχε σχεδόν τελειώσει την μισή αποθήκη. Με το συμμάζεμα αναδύθηκε νέος χώρος στα ράφια και από τις ντουλάπες που άδειαζαν σιγά σιγά  ξεπρόβαλλαν αρχεία ιστορικά στις ξεχασμένες γειτονιές των ποντικών. Είχαν κι αυτά αναστατωθεί με όλο αυτό το νοικοκύρεμα. Στην αρχή πετάγονταν και τον τρόμαζαν αλλά μετά συνήθισε την παρουσία τους και αυτά άρχισαν να θαυμάζουν το θάρρος του. Το συζήτησαν στην αποικία τους και αποφάσισαν να φύγουν. Τον άφησαν μόνο του να συνεχίσει. Μαζεύτηκαν για έναν τελευταίο γλέντι και μετά μετακόμισαν στο διπλανό μαγαζί που είχε κλείσει πρόσφατα.

Τα ράφια που άδειαζαν δεν τ’άφηνε έτσι. Τα καθάριζε, έλεγχε τις βίδες τους μήπως και κάποιες είχαν λασκάρει από την πολυκαιρία και το βάρος. Μετά έβαζε μιαν ετικέτα, έγραφε τον αριθμό που δήλωνε στο πρόγραμμά του σε ποιο ράφι θα τοποθετούσε την κάθε κατηγορία εμπορευμάτων. Όποιος θα έμπαινε μετά μέσα θα εύρισκε εύκολα το κάθε τι.

Πέρασε ένας μήνας και μετά δύο ακόμα. Το αφεντικό ρώτησε πώς τα πάει και τότε αυτός του είπε, γεμάτος περηφάνια, να κατέβει να δει όσα είχε κάνει. Του απάντησε πώς θα κατέβει όταν τα τελειώσει όλα, πως ότι έκανε ήθελε να το δει σε νούμερα, αριθμούς, διαφορετικά δεν είχε καμία σημασία το νοικοκύρεμά του.

Είχε φθάσει σχεδόν στο τέλος. Μάλιστα αγόρασε με δικά του χρήματα  ένα πεντόκιλο  πλαστικό χρώμα και έβαψε ένα κομμάτι τοίχου που πρόβαλε σαν παγόβουνο στην μέση του ωκεανού. Λευκός και αυτός σαν αυτό. Μετά κάρφωσε στην σειρά γαντζάκια για να κρεμάνε τα κλειδιά των ντουλαπιών και έναν πίνακα όπου κόλλησε επάνω του σελίδες με την αρίθμηση των ραφιών. Έτσι όποιος έμπαινε μέσα κοίταζε τον πίνακα και εύρισκε σε ποια συστάδα ραφιών θα πήγαινε για να βρει μια κατηγορία εμπορευμάτων. Δική του ιδέα και αυτή. Κανείς δεν του το ζήτησε, παρά μόνο η συνείδηση του γιατί έπρεπε να είναι πρώτα αυτή ικανοποιημένη και μετά το αφεντικό του.

Εκείνο το τελευταίο απόγευμα έφτασε σπίτι του και έλαμπε. Ήταν κατάκοπος, κατασκονισμένος, βρώμικος, πεινασμένος, αλλά έλαμπε από ευτυχία. Από την χαρά του δεν μπορούσε να φάει. Άρχισε να της λέει τις τελευταίες του κινήσεις και τα νούμερα που καταχώρισε και υπολόγισε και το πιθανό κέρδος για την επιχείρηση. Ήταν πλέον τόσο σίγουρος για το αποτέλεσμα της τιτάνιας προσπάθειάς του. Μόνο που εκείνη τον άκουγε και δε μιλούσε. Στο τέλος μόνο τον ρώτησε να της πει, αν θυμόταν από όσα έμαθε στο σχολείο, ποια ήταν ή αμοιβή του Ηρακλή όταν καθάρισε τους στάβλους του βασιλιά της Ήλιδος Αυγεία, από την τριαντάχρονη συσσώρευση της κοπριάς, των τριών χιλιάδων βοδιών του.

«Αυτά, είναι μύθοι για τα παιδιά» της είπε και τότε πάλι του είπε πως αυτή είναι η ιστορία και πως πάντα επαναλαμβάνει και πως θα πρέπει να μαθαίνει κανείς από αυτήν και να μην κάνει τα ίδια λάθη.

Σχεδόν τσακώθηκαν για τον Ηρακλή και τους άθλους του. Κάτι άρχισε όμως να τον τρώει μέσα του. Μήπως τελικά η γυναίκα του είχε δίκιο. Μήπως στο τέλος τον  αφήσει έτσι το αφεντικό. Πήγε λοιπόν και ζήτησε μια προκαταβολή από το bonus του.

«Ξέρεις, αφεντικό, ετοιμάζω την βάφτιση του γιού μου. Το όνομα του πατέρα μου θα δώσω και πολύ χαρά στην μάνα μου. Είσαι από τώρα καλεσμένος, του είπε και περίμενε απάντηση που όμως δεν ήρθε.

Το αφεντικό έστειλε τον γιό του να ελέγξει τις αποθήκες, μάρτυρας σαν τον Φυλέα και δεν κατέβηκε ό ίδιος. Το «ουάου» του νεαρού ήταν η πρώτη του αμοιβή.

«Ρε συ, εδώ μέσα το έκανες σαλόνι για ξάπλες!» το είπε

Μετά του έδειξε με κάθε λεπτομέρεια τα στοιχεία που είχε καταχωρήσει και τα νούμερα που ήταν στρογγυλά, μεγάλα, καθαρά και πλούσια. Ο νεαρός έμεινε άφωνος. Ήταν ακόμα πιο σίγουρος παρά ποτέ τώρα. Το αφεντικό ήθελε να βεβαιωθεί και έστειλε τον γιό  πριν του δώσει την αμοιβή του. Η  γυναίκα του είχε κάνει λάθος.

Ανέβηκαν οι δύο νέοι άνδρες στο γραφείο του αφεντικού. Ο γιός του άρχισε να περιγράφει στον πατέρα του εκεί μπροστά του,  όλα όσα είχε κάνει ο λογιστής τους.

Εκείνος από μετριοφροσύνη, ακόμα ένα ελάττωμά του, δεν είπε τίποτα παραπάνω. Περίμενε. Το αφεντικό σηκώθηκε να φύγει. Τότε βρήκε το θάρρος και του ζήτησε ξανά ότι του υποσχέθηκε. Αυτός τον κοίταξε αυστηρά και του είπε:

«Καλά εσύ δεν έχεις πάρει είδηση τι γίνεται γύρω μας. Εδώ σε λίγο δεν θα έχουμε ούτε για τους μισθούς σας, εσύ ζητάς bonus! Δεν λες καλά που θα πληρωθείς και αυτόν τον μήνα! Εξ άλλου την δουλειά σου έκανες καλά, δεν λέω, αλλά και για αυτό σε κρατάω. Δεν κοιτάς να μαζέψεις κανένα φράγκο από την αγορά που μας χρωστάνε και ξέχνα το bonus προς το παρόν.

«Μα το υποσχέθηκες αφεντικό, έχω την βάφτιση, έχω κάνει τόση δουλειά, το υποσχέθηκες…»

«Καλά θα δούμε μέχρι τα Χριστούγεννα πως θα πάνε τα πράγματα…»

« Μα η βάφτιση θα γίνει σε ένα μήνα δεν μπορώ να περιμένω άλλο, σε λίγο θα πάει φαντάρος αφεντικό, του είπε με ένα χαμόγελο απελπισίας.

«Θα δούμε είπαμε, για τώρα ξέχνα το, είπε και χωρίς άλλη κουβέντα βγήκε έξω και μπήκε στο ολοκαίνουργιο αμάξι του νεαρού γιού του που είχε παρκάρει μπροστά στην είσοδο.

Το γλέντι της  βάφτισης στην ταβέρνα, η τέντα για το μπαλκόνι, πέρασαν μπροστά του σαν σαπουνόφουσκες τον κοίταξαν με συμπόνια και έσκασαν στον αέρα. Και του είπε η γυναίκα του για το πάθημα του Ηρακλή και πως η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Comments

comments