Ο Στέφανος βυθίστηκε το κάθισμα του και άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί

Γύρω στα ζωντανά χρώματα των λουλουδιών που ξεπρόβαλαν μέσα από τις

Γλάστρες αλλά και από τον κήπο.

   <<  Πόσο μεγάλο πραγματικά το δημιούργημα του Θεού… Πόσα χρώματα και

Πόση ζωηράδα  προσέφερε σε αυτά τα πανέμορφα λουλούδια που από στιγμή σε

Στιγμή σου δίνουν την εντύπωση ότι πρόκειται να σου μιλήσουν >>

     Έστρεψε το βλέμμα του απέναντι, σε μερικά παιδιά που δεν ήταν και η

Καλύτερη εικόνα που θα μπορούσε να δει κάποιος. Μία εικόνα  πραγματική

Που όσο και αν πονούσε κάποιον όταν την έβλεπε θα έπρεπε να τον κάνει να

Αναρωτηθεί πολλά… .Πάρα πολλά…

     Μάτια ανέκφραστα, μάτια φοβισμένα, μάτια ανήμπορα να καταλάβουν οτιδή-

ποτε  … και περισσότερα ήταν μάτια παιδικά.

     << Εδώ θα καθίσω εδώ θα παραμείνω. Πρέπει να το αντέξω αυτό. Είτε μου

αρέσει αυτό είτε όχι …>>

     Το μυαλό του  άρχισε να τρέχει πίσω σαν τρελό. Κι αυτός? Αυτός προσπα-

θούσε  να το προλάβει… Αλλά αλίμονο! Αυτό δεν μπορούσε ούτε μία ανάσα να πάρει… Έβλεπε τον εαυτό του παιδάκι μαζί με κάποια άλλα παιδιά να τρέχουν όλοι τους

Σε ένα από τα ιδρύματα που βρισκόταν κοντά στο σχολείο όπου φοιτούσε και παρότρυνση δικιά του να τα κοροϊδεύουν.

     << Ναι τα κοροϊδεύαμε … Τους βγάζαμε τη γλώσσα, τους ρίχναμε πέτρες και τρώγαμε μπροστά τους αυτά που οι ίδιοι δεν μπορούσαν και τόσο εύκολα να

βρουν κάνοντας τους επίδειξη … Άπλωναν τα χεράκια τους για να πάρουν, αλλά

εμείς … Τίποτα … Γελούσαμε…. Ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια… Προτιμούσαμε

να τα ρίξουμε κάτω παρά να τους τα δώσουμε και αυτά ξέσπαγαν σε δάκρυα

γοερά  ή προσπαθούσαν να τα πάρουν από χάμω με την αγωνία ζωγραφισμένη στα

μάτια τους … Και όλα αυτά? Ιδέες… Ιδέες δικές μου. Ένα σατανικό κατα-

σκεύασμα δικό μου. Σκέψεις που έκανα τότε και αμέσως τις έβαζα σε εφαρμογή>>.

     Αναστέναξε πικρά βαριά θέλοντας να πάρει μια βαθιά ανάσα, αλλά η σκέψη

Του πάντα εκεί, με ένα βλέμμα θολωμένο από τα δάκρυα να κοιτάζουν απέναντι

τα παιδιά του ιδρύματος.

     << Κτύπησα ένα από αυτά τα παιδιά τότε στα δεκαπέντε μου… Θυμάμαι

είχα μαζί μου ένα ασήμαντο ρολόι που έτυχε την ημέρα εκείνη να μου πέσει

-2-

από τον καρπό του  αφού λύθηκε το κορδονάκι του και ένα από αυτά τα παιδιά

έσκυψε και το πήρε στα χέρια του… Δεν θα ξεχάσω ποτέ την οργή που με

έπνιξε. Ένιωθα τόσο μίσος μέσα μου που ήθελα να τον τσακίσω. Του το

άρπαξα απότομα και τότε αυτός άρχισε να τσιρίζει και να με τραβάει.

Εγώ τον έσπρωξα δυνατά πίσω με αποτέλεσμα να πέσει χάμω. Άρχισα να

Τον γρονθοκοπώ με μανία λες και μου σκότωσε τη μάνα. Αν ο υπεύθυνος

του ιδρύματος δεν έμπαινε στη μέση την συγκεκριμένη στιγμή… Δεν

ξέρω… Δεν τολμώ να το σκεφτώ τι θα γινόταν στη συνέχεια…Ήταν τότε

που έμαθα και το όνομα του παιδιού… Ανδρέας… >>

     Κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε θέλοντας να διώξει την εικόνα αυτή

Μακριά του αλλά αυτή…

     << Έφυγα από κει και τα τρέχοντας βρήκα ένα σωρό από σκουπίδια και

με όλη μου τη δύναμη πέταξα το ρολόι εκεί λαχανιασμένος και θυμωμένος

ταυτόχρονα για το παιδάκι εκείνο. Δικό μου ήταν το ρολόι και ότι ήθελα το

έκανα… Χρόνος που δεν ξαναγυρνά πίσω για να διορθώσω πράγματα

κακά που έκανα… Που έπραξα … και όμως εκείνο το συγκεκριμένο ρολόι

δεν μου χρησίμευε σε τίποτα, παρά μόνο χάρηκα που το πέταξα μόνο και μόνο

για να μην πέσει στα χέρια ενός Νοητικά καθυστερημένου παιδιού που θα΄ταν

δεν θα΄ταν τότε δώδεκα χρονών…. >>

     Τράβηξε πίσω μία τούφα από τα μαλλιά του που έπεσε στο μέτωπο του και

Εξερευνούσε με εκείνο το υγρό καστανό του βλέμμα το κάθε τι σε εκείνο το

απέναντι ίδρυμα. Γωνία προς γωνία, λεπτό προς λεπτό.

<< Τι κατάντια Θεέ μου! Έπρεπε να βρίσκομαι στα εικοσιέξι μου χρόνια για να

καταλάβω επιτέλους πόσο λάθος έκανα? Έπρεπε να ζήσω το σκηνικό αυτό και

πάλι για να μετανιώσω για ότι έκανα? Και οι πράξεις? Οι καλές πράξεις της

ημέρας τι έγιναν? Κανείς μου μίλησε για αυτές? Μήπως δεν είχα ανάγκη όλα

αυτά τα χρόνια να κάνω έστω μία καλή πράξη για να κοιμηθώ ήσυχος το

βράδυ? Τι έγινε? Τόσο χαμηλά έπεσα? Μήπως… Όχι.. δεν μπορεί… Δεν μπορεί…

Το σκέφτομαι και ντρέπομαι… Μήπως… Αυτά τα παιδιά όπως  δωδεκάχρονος

Τότε Ανδρέας, ήταν για μένα ένα παιχνιδάκι έτσι απλά για να περάσω ευχάριστα

τις ώρες μου? Τις μέρες μου? Τον καιρό μου γενικότερα? >>

     Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο του και προσπάθησε να συνέλθει.

Ένιωθε πολύ κουρασμένος από όλες αυτές τις σκέψεις.

     << Αυτά? Πως ένιωθαν αυτά? Τα ρώτησα ποτέ? Πως ένιωθαν όταν εγώ τους

φερόμουν τόσο απάνθρωπα? Μπήκα ποτέ στη δικιά τους θέση? Όχι βέβαια το

θεωρούσα… Προσβλητικό, ανήθικο … Και μόνο στην αρχική σκέψη με έπιανε

πανικός, ένιωθα αηδία, ήθελα να κάνω εμετό, να τα φτύσω… Τι ντροπή Θεέ μου!>>

     Στο άκουσμα κάποιου θορύβου έστρεψε το βλέμμα του που ήταν ακόμη δακρυ-

σμένο, προς το άνοιγμα της πόρτας όπου ένα παιδάκι στεκόταν και έκανε ένα

μεγάλο θόρυβο αφού κρατούσε ένα παιχνίδι σφικτά στα χεράκια του και απ΄τα

χείλια  του έβγαιναν λέξεις που κανείς δεν καταλάβαινε. Η ηλικία του θα ήταν γύρω

στα τέσσερα.

     Ο Στέφανος άνοιξε τα χέρια του και του χαμογέλασε πικρά.

     << Έλα Ανδρέα, έλα αγόρι μου στο μπαμπά, έλα…>>

     Ο μικρός πλησίασε τον πατέρα του χαμογελώντας του και ανέβηκε στα γόνα-

-3-

τα του με ενθουσιασμό. Του έδειχνε το παιχνίδι του ενώ ο Στέφανος δεν μπορούσε

να συγκρατήσει τα δάκρυα του, κάποια του ξέφυγαν και κύλησαν στα μάγουλα

του… Ο Ανδρέας τον κοίταξε επίμονα προς στιγμή με εκείνα τα αθώα ματάκια

του και έπειτα άπλωσε το χεράκι του σκούπισε από το μάγουλο του πατέρα του

ένα δάκρυ.

Ο Στέφανος του χαμογέλασε συγκινημένος και πήρε στα χέρια του το μικρό του

Χεράκι και το φίλησε.

     << Ξέρεις πόσο γλυκούλης είσαι? Ξέρεις πόσο ευτυχισμένο με κάνεις?

     Το παιδί τον κοίταζε με απορία, χωρίς να καταλαβαίνει. Τα ματάκια του

στράφηκαν προς την απέναντι κατεύθυνση και απλώνοντας το χεράκι του, του

έδειξε με νόημα απέναντι το ίδρυμα. Ο Στέφανος αφού κοίταξε τον γιο του

αρκετές στιγμές ακολούθησε μετά το βλέμμα του. Τα παιδιά του ιδρύματος ζού-

σαν σε ένα δικό τους κόσμο.

     << Ανδρέα θέλεις να πάμε κοντά να γνωρίσεις αυτά τα παιδιά? Θα ήθελες να

παίξεις μαζί τους? >>

     Δεν ξαφνιάστηκε πια με τον εαυτό του και το ερώτημα του. Άλλωστε και ο

Ανδρέας ο γιος του είχε και αυτό το δικό του πρόβλημα. Όταν ο Ανδρέας ήρθε στον

Κόσμο και του ανακοινώθηκε  ότι το παιδί θα ήταν νοητικά καθυστερημένο, δεν

Ήθελε να το καταλάβει, δεν το δεχόταν και τα έβαζε με τον εαυτό του, έλεγε συνε-

Χως ότι ο ίδιος έφταιγε, οι πράξεις του όταν ήταν μαθητής, η συμπεριφορά του

Απέναντι τους.

     << Ανδρέα μωρό μου, τι θα έλεγες αν πηγαίναμε απέναντι και παίρναμε σε αυτά

τα παιδιά μερικές σοκολάτες? Ε? >>

     Σηκώθηκε από το κάθισμα του κρατώντας το μικρό Ανδρέα στα χέρια του και κατευθύνθηκε απέναντι κάπου δεξιά, όπου υπήρχε περίπτερο. Σε λίγο ο Στέφανος

Και ο γιος του έμπαιναν στο ίδρυμα. Ο Στέφανος κατέβασε το γιο του από την

Αγκαλιά του και τον βοήθησε να ανοίξει το κουτί με τις σοκολάτες. Όλα τα αθώα

Βλέμματα καρφώθηκαν πάνω τους, μαζεύτηκαν όλοι γύρω τους και άρχισαν πατέ-

ρας και γιος να μοιράζουν τις σοκολάτες προς τα παιδιά του ιδρύματος.

     Σε λίγες στιγμές ο Στέφανος απομακρύνθηκε λίγο και παρακολουθούσε το γιο

του να παίζει με τα άλλα παιδιά και να χαμογελά ευχαριστημένος που μπόρεσε να

ξεπεράσει τον εγωισμό του και τώρα να βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά.

Για αυτόν πλέον τα παιδιά αυτά ήταν παιδιά με ειδικές ικανότητες και όχι παιδιά

με ειδικές ανάγκες.

     Προς στιγμή κάποιο παιδί τον πλησίασε και του χαμογέλασε. Ο Στέφανος έκανε

το ίδιο. Το παιδί άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το ρολόι του. Ο Στέφανος  τα έχασε

προς στιγμή, και όμως ήταν ο Ανδρέας, το παιδί που αυτός στα δεκαπέντε του

χρόνια έδειρε και εξευτέλισε.

     << Ανδρέα έλα να φας τα φαγητό σου >>

Ακούστηκε μια φωνή

     Ο Στέφανος σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε την υπεύθυνη που από μακριά

Φώναζε τον Ανδρέα.

     << Σε φωνάζουν Ανδρέα, πήγαινε >>

     Η φωνή του έτρεμε καθώς του μιλούσε και τα δάκρυα του κύλησαν στα μάγουλα του για ακόμη μία φορά.

   -4- 

Ο Ανδρέας ήθελε το ρολόι όμως. Ο Στέφανος δεν δίστασε καθόλου μάλιστα. Το έβγαλε από τον καρπό του  και του το έδωσε.

Η χαρά του παιδιού ήταν μεγάλη . Χαμογελούσε συνεχώς και τον αγκάλιασε. Ο Στέφανος γελούσε και έκλαιγε μαζί… Ένιωθε μέσα του ένα χρέος να ξεπληρώνεται, μία απονομή δικαιοσύνης προς αυτά τα παιδιά προς τον Ανδρέα, τον κάθε Ανδρέα που θα μπορούσε να ήταν και το ίδιο του το παιδί. Σκέφθηκε κάτι που είχε πει κάποτε ο Αισχύλος.

     << Οι στιγμές της απονομής Δικαιοσύνης, μοιάζουν με τις στιγμές Υψιστης Θρησκευτικής λειτουργίας >>

     Χαμογέλασε και έσφιξε στα χέρια του τον Ανδρέα, ο Ανδρέας ευχαριστημένος πια, απομακρύνθηκε κρατώντας σφικτά το ρολόι στα χέρια του.

     << Η πιο μεγάλη δυσκολία και η πιο μεγάλη μακαριότης είναι να αγαπά κανείς τη ζωή αυτή μέσα στις δοκιμασίες της έστω και αν αυτές πέφτουν επάνω στους αθώους>>.

     Ένα σωρό ρητά έρχονταν στο μυαλό του, αυτά ήταν λόγια που άνηκαν στον Τολστόι.

     Ο Γιος του τον έβγαλε από τις σκέψεις του, ήταν ενθουσιασμένος με όλα εκείνα τα παιδιά γύρω. Τον σήκωσε στα χέρια του και μαζί αφού χαιρέτησαν όλα τα παιδιά πήραν το δρόμο για το σπίτι.

Comments

comments

Βαλέριας Βαλέριου
Γεννήθηκε στην Λεμεσό. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής, αγιογραφίας καθώς και σεμινάρια Δημοσιογραφίας. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα τα Νέα. Στην συνέχεια μπαίνει στο χώρο της ραδιοφωνίας. Έχει ασχοληθεί με την παραγωγή μουσικών προγραμμάτων αλλά πολύ κυρίως με την παραγωγή και παρουσίαση ενημερωτικών εκπομπών καθώς και προγράμματα, συνεντεύξεων μέσα από τον Πολιτικό, κοινωνικό, ιατρικό, θρησκευτικό αλλά και πολιτιστικό χώρο. Διαβάστε Περισσότερα.