-΄Εϊ, νεαρέ, εσύ, έλα εδώ.

Τον πλησίασε φοβισμένος. Ήταν ακόμα παράνομος μετανάστης και έτρεμε όταν του μιλούσαν.

– Πώς σε λένε;

-Σαχίμ, κύριο, του απάντησε

-Πρώτη φορά σε βλέπω εδώ. Να πάρε αυτό το κουτί να μου το φέρεις μέχρι το αυτοκίνητο μου. Από πού είσαι;

-Πακιστάν, κύριο.

Έτσι γνώρισε τον κύριο Θόδωρο. Δικηγόρος. Συνταξιούχος. Με πολλά χόμπι. Πρόεδρος στον Αθλητικό σύλλογο Αμαρουσίου εκεί που μεγάλωσε.

Ο Σαχίμ βρέθηκε σε αυτή την πόλη με πολλές δυσκολίες. Ο Αχμέτ  τον βρήκε να κοιμάται στον δρόμο και υποσχέθηκε να τον βοηθήσει. Είχε κτυπήσει πολλές πόρτες για δουλειά αλλά μάταια. Έτσι τον πήραν εδώ, να καθαρίζει τις τουαλέτες. Ο Αχμέτ τον έβαλε. Να κάνε όλες τις δουλειές  και τη λάντζα του καφενείου. Ήταν καλό αυτό το καφενείο, με κυρίους σοβαρούς, όμορφα ντυμένους. Παράπονο δεν είχε. Καλά του μιλούσαν. Όχι όλοι, αλλά καλά ήταν. Εδώ πίσω από το καφενείο έκρυβαν και μια λέσχη τυχερών παιχνιδιών. Όταν είχαν συγκεντρώσεις τα μέλη της, είχαν και φαγητό και διάφορα σνάκ που έφερνε διακριτικά ένα κέτερινγκ. Ότι έμενε του το έδιναν. Κάποιοι του έφερναν και ρούχα. Τα λεφτά όμως δεν έφταναν γιατί έπρεπε να πληρώνει τον Αχμέτ για νοίκι και φαγητό. Στο τέλος τίποτα δεν του άφηνε στα χέρια του ο Αχμέτ. Ακόμα και τα ρούχα που του έδιναν, ο Αχμέτ τα πουλούσε σε άλλους. Πατριώτης να σου πετύχει!

-Δεν μου λες Σαχίμ, από κήπους ξέρεις; του είπε μια μέρα που περνούσε από το καφενείο ο δικηγόρος.

-Ξέρω, όλα ξέρω, του απάντησε με σιγουριά όμως.

-Αν θέλεις θα σε πάρω σπίτι μου να με βοηθάς στον κήπο,  του είπε μετά μια εβδομάδα την ώρα που έφευγε.

-Θα έχεις δικό σου δωμάτιο και φαγητό και θα με βοηθάς στις δουλειές μου, θέλεις;

Για χρήματα δεν του είπε τίποτα. Σκέφτηκε πως καλά θα ήταν να έχει δικό του δωμάτιο, νερό ζεστό και φαγητό. Καλύτερα από εκεί που έμενε. Του νοίκιαζε ένα ράντσο στο δωμάτιο ο Αχμέτ που έπρεπε να το μοιράζεται με πέντε ακόμα. Ένα δωμάτιο με πέντε αλυσοδεμένες με βάσανα ψυχές, μιζέρια και άλλα πολλά, μακριά από την χώρα τους, με ένα μπάνιο βρώμικο που ποτέ δεν είχε ζεστό νερό να πλυθούν. Αυτό και μόνο, τον έκανε να δεχτεί αμέσως την πρόταση του δικηγόρου. Έτσι βρέθηκε στο σπίτι του, με τον μεγάλο κήπο στο Νέο Φάληρο. Ο δικηγόρος είχε σαν χόμπι, του άρεσε να σκαλίζει και να φυτεύει τα πάντα αλλά είχε γεράσει, όπως έλεγε και ήθελε κάποιον να τον βοηθάει.

– Θα κάνεις ότι σου λέω εγώ, του είπε και έτσι έκανε.

-Σαχίμ, έλα εδώ, Σαχίμ πήγαινε εκεί, Σαχίμ φέρε εκείνο, Σαχίμ πάρε το άλλο. Ήταν εύκολα αυτά τα Ελληνικά για να τα καταλαβαίνει και να ανταποκριθεί γρήγορα στις προσδοκίες του. Πολλές φορές, φώναζε πολύ, σαν να τον μάλωνε, ίσως γιατί δεν καταλάβαινε πάντα τι έλεγε και τι ήθελε. Είχε και μια καλή γυναίκα. Κυρία σωστή, συνταξιούχος δικαστίνα αυτή, πολύ μορφωμένη. Είχαν στο σπίτι τους και μια κοπέλα από τις Φιλιππίνες για τις δουλειές του σπιτιού. Τα παιδιά τους σπούδασαν στην Αμερική. Εκεί βρήκαν εργασία και σύντροφο. Εκεί έχτισαν τις φωλιές τους.

-Σαχίμ, είσαι καλό παιδί. Θα μένεις εδώ σε αυτό το σπίτι να το προσέχεις, να ποτίζεις όταν δεν μπορώ να έρχομαι εγώ. Θα γίνεις ο φύλακας του.

Έμεναν όλο το χειμώνα στο άλλο σπίτι τους, στο  Μαρούσι, πατρικό του αφεντικού του. Εδώ στο Νέο Φάληρο ήταν το πατρικό της γυναίκας του, σωστός πύργος, μόνος του και αυτός σαν αυτόν, ανάμεσα σε πολυκατοικίες, με μεγάλο κήπο, γεμάτο δένδρα και λουλούδια. Πρώτη φορά ζούσε σαν άνθρωπος την ζωή του. Του έφερνε και τρόφιμα να μαγειρεύει. Κάθε εβδομάδα σχεδόν του έδινε και καλό χαρτζιλίκι. Τα μάζευε, τα φύλαγε. Πολλά δεν ήταν, αλλά έξοδα δεν είχε και έτσι μαζεύτηκε σιγά σιγά ένα καλό ποσό. Ο Αχμέτ έχασε τα ίχνη του και βρήκε την ησυχία του.

Την ξανά έχασε όμως σαν ήρθε στην ζωή όλων τους η Όλγα.

-Σαχίμ, ετοίμασε το σπίτι γιατί θα κατέβουμε την άλλη εβδομάδα. Ο γιατρός είπε πως είναι καλύτερα για την κυρία Σοφία να βρίσκετε εκεί και στον κήπο της.

Η γυναίκα του έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό και έμεινε λίγο καιρό στο νοσοκομείο. Μετά την έφεραν στο σπίτι αλλά έπρεπε να έχει συνέχεια μαζί της κάποιον. Έτσι έφεραν την Όλγα, από την Βουλγαρία. Δεν έμαθε πως την βρήκαν αλλά έλεγε πως στην χώρα της ήταν νοσοκόμα και ήξερε πολλά γιατρικά για την περίπτωση της κυρίας και μάλιστα θα της έκανε εντριβές και μασάζ κάθε μέρα. Στην αρχή που ήταν αδύναμη η κυρία, η ¨Όλγα την βοηθούσε σε όλα. Η Αναρι, η Φιλιππινέζα μαγείρευε και έκανε όλες τις δουλειές αλλά την βοηθούσε και ο Σαχίμ. Τρώγανε μαζί και την συμπαθούσε.

-Από πού είσαι, ρώτησε με σχεδόν καλά Ελληνικά η Ολγα, καλύτερα από τα δικά του, όταν τον πρώτο συνάντησε.

-Από Πακιστάν, της απάντησε και χάθηκε μέσα στα μάτια της που ποτέ δεν τον κοίταξαν με συμπάθεια από την πρώτη στιγμή. Όσο η Όλγα τον αγνοούσε τόσο γινόταν γκρί ξανά η ζωή του. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό αλλά κατάλαβε εύκολα, όπως όλες οι γυναίκες, πως κάτι ένιωθε για αυτήν. Όταν έφερνε τα ψώνια από την αγορά μαζί με τον κύριο, έτρεχε να τον βοηθήσει. Έπιανε το χέρι του μαζί με τις σακούλες και ίσως καταλάβαινε έτσι, πως καιγόταν ολόκληρος από πόθο για αυτήν. Ίσως πάλι έπιανε τις κλεφτές ματιές που τις έριχνε, όταν έβγαζε την κυρία στον κήπο να κάνει τα πρώτα της βήματα καθώς βελτιωνόταν η κατάσταση της. Μερικές από αυτές τις ματιές πρέπει να αφουγκράστηκε και ο κύριος Θόδωρος γιατί μια μέρα του είπε:

-Σαχίμ, δεν θέλω να μπλεχτείς με την Όλγα. Έχεις χρήματα να βγεις έξω να ξεσκάσεις, θα σου δώσω και κάτι παραπάνω για να το κάνεις. Αλλά άκουσε με, μην κάνεις το λάθος. Αυτές, οι Ανατολικές, δεν είναι πάντα ντόμπρες με τους άνδρες. Το μόνο που τις ενδιαφέρει είναι πως θα βγάλουν χρήματα να στείλουν πίσω στους δικούς τους. Θα κάνουν τα πάντα για αυτό.

-Όχι κύριο Θόδωρο, δεν κάνω κακό με Όλγα. Εγώ Μουσουλμάνος, είπε εμένα Όλγα  μια μέρα όχι καλός άνθρωπος εγώ!

-Βρε άσε τι του είπε και άκου τι σου λέω. Μην μου πεις μόνο πως δεν σε προειδοποίησα. Εμείς εδώ λέμε, ο βήχας, το χρήμα και ο έρωτας δεν κρύβονται. Πρόσεχε και το κομπόδεμά σου. Θέλεις να σου φυλάξω τις οικονομίες σου;

Τι να του έλεγε για να κρύψει τα αισθήματα του και να θολώσει λίγο τα νερά. Ό,τι νόμιζε πως έκρυβε μέσα του, τελικά ήταν φανερό σε όλους τους ανθρώπους γύρω του. Και το κομπόδεμα και τον έρωτα του είχαν όλοι καταλάβει. Ακόμα και η Αναρι του είπε « πρόσεχε Σαχίμ, εσύ καλό παιδί, αυτή δεν θέλει εσένα, θέλει τα λεφτά σου…»

Πόσο να προσέξει ένας άνθρωπος ερωτο-χτυπημένος και στερημένος από χαρές της ζωής; Αργά ή γρήγορα θα πέσει στα χέρια μιας πεινασμένης αλεπούς και θα αφεθεί να τον κατασπαράξει με νύχια και με δόντια απολαμβάνοντας τον ίδιο του τον αφανισμό. Έτσι και έγινε. Στην αρχή τον μαγνήτισαν τα δακρυσμένα μάτια της. Μετά οι αναστεναγμοί, όταν έκλεινε το τηλέφωνο της. Δεν καταλάβαινε τι έλεγε. Αλλά φρόντιζε να του εξηγεί αμέσως μετά πως «μαμά της πολύ άρρωστη».

Λίγο καιρό μετά άρχισε να τον προκαλεί με λάγνες ματιές και με όλο ευγένεια, ζεστές χειρονομίες. Δεν άργησε να φθάσει μέχρι το δωμάτιο του και να τον καταβροχθίσει, ανήμπορος καθώς ήταν από την αναμονή της αγκαλιά της. Μέσα σε αυτήν όταν τον  κρατούσε τον βομβάρδιζε με τις ιστορίες της γεμάτες πόνο.

Έπρεπε να πάει για λίγες μέρες στη χώρα της για να δει την μητέρα της. Νόμιζε πως θα χάσει το φώς του αν φύγει. Του υποσχέθηκε πως θα γυρίσει μόνο και  μόνο για αυτόν. Την πίστεψε.

Την επομένη της αναχώρησής για την χώρα της, η κυρία Σοφία έντρομη ανακάλυψε πως έλειπαν, μαζί με τον Όλγα, τα κοσμήματά της, το καλό ρολόι του άνδρα της και τα εικονίσματα κληρονομιά από την μάνα της.

Έτρεξε με βήματα βαριά στο δωμάτιο του. Πώς ήταν δυνατόν να περάσει τέτοια σκέψη από το μυαλό του! Έπρεπε να ντρέπεται που το σκέφτηκε και μόνο.

-Σαχιμ, σε είχα προειδοποιήσει παιδί μου δεν με άκουσες. Πόσα σου πήρε;

-Όλα κύριο, όλα λεφτά μου και  καρδιά μου μαζί.

Δεν ξανάδε την Όλγα, παρά μόνο στα όνειρά του που έγιναν εφιάλτες για πολύ καιρό.

Comments

Αννα Μαρία Γραμμένου
Η Αννα Μαρία Γ.Γραμμένου, γεννήθηκε και κατοικεί στην Καλλιθέα Αθηνών. Έχει ρίζες στην Κέρκυρα και τον Πόντο. Σπούδασε ξενοδοχειακά και με υποτροφίες συνέχισε τις σπουδές στην Ελβετία και Γαλλία. Διαβάστε Περισσότερα.