Θυμάμαι ήταν και τότε οι μέρες ηλιόλουστες, σαν σήμερα, που έκανε τα πρώτα της βήματα η Άνοιξη στον μικρό μας κήπο. Μια μονοκατοικία στα Νότια προάστια της Αττικής. Την είχε δώσει προίκα στην μάνα μας, η μάνα της. Δυο όροφοι. Η γιαγιά μου, επέμενε να αντιστέκεται στον χρόνο, αλλά τα αρθριτικά δεν της επέτρεπαν να ανεβαίνει πια συχνά στον όροφό μας. Έτσι κάθε Κυριακή σχεδόν, τρώγαμε μαζί με την γιαγιά και δεν ήταν καθόλου άσχημα για κανέναν. Όταν ο καιρός το επέτρεπε, στήναμε τραπέζι στον κήπο. Τον φρόντιζε η γιαγιά και ήταν όλες τις εποχές νοικοκυρεμένος, γεμάτος ομορφιά και κελαδίσματα πουλιών. Σε μια άκρη του, είχε ο παππούς στήσει ένα μικρό παγκάκι που είχε φτιάξει μόνος τους. Ήταν βαμμένο κόκκινο με πράσινα τα στηρίγματα του, σαν παπαρούνα. Όλο τον χρόνο, τραβούσε το βλέμμα σου. Χειμώνα σαν το κούραζε ο κρύος αέρας, η βροχή ή το χιόνι, Φθινόπωρο που το σκέπαζαν ξερά φύλλα, Άνοιξη αν γινόταν κάθισμα των πουλιών στο πέρασμα τους και το Καλοκαίρι μόνιμα βρεγμένο από την δροσιά που κρατούσε τα λουλούδια της γιαγιάς ζωντανά και χαρούμενα.

Πλησίαζε Πάσχα, νωρίς Απρίλιο έπεφτε. Μια Κυριακή μετά το φαγητό, ο πατέρας μου κάθισε στο παγκάκι κρατώντας στα χέρια του ένα χονδρό βιβλίο και διάβαζε. Πλησιάζοντας τον, έβαλε το δάκτυλο στα χείλη του για να καταλάβω πως δεν ήθελε να τον διακόψω. Έμεινα ακίνητος καθισμένος δίπλα του. Ούτε την ανάσα μου δεν άκουγα. Μετά από λίγο, γύρισε με κοίταξε και με σοβαρό ύφος μου είπε:

« Θα στο δώσω να το διαβάσεις, όταν μεγαλώσεις».

Δεν ξέρω τι διάβαζε, αλλά εκείνο το χοντρό βιβλίο με το μαύρο εξώφυλλο, φάνταζε στα μάτια μου σαν να μου χάριζες ολόκληρο τον κόσμο. Τέτοιο βιβλίο δεν είχα και η υπόσχεση του πατέρα μου με έκανε να νιώσω τεράστια χαρά, περηφάνια που με γιγάντωσε απότομα Από εκείνη την στιγμή περίμενα με αγωνία την ημέρα που θα μου επέτρεπε να το διαβάσω. Όταν δε μου το ακούμπησε στα μικροσκοπικά μου ακόμα πόδια που με οδηγούσαν στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, τότε ένιωσα ένα βάρος αλλά και μεγάλη ευθύνη. Και ήταν μια παρόμοια με εκείνη η μέρα ηλιόλουστη, που καθισμένος στο ίδιο παγκάκι που το πήρα στα χέρια μου. Η μητέρα μου δεν συμφωνούσε με την έναρξη της μελέτης του, λέγοντας στον πατέρα μου πως ήμουν ακόμα μικρός για τέτοιο βιβλίο. Η γιαγιά μου συμφώνησε μαζί της και τον συμβούλεψε να μου δώσει πρώτα να μελετήσω την Αγία Γραφή.

«Αυτό θα διαβάσεις πρώτα και μετά όλα τα άλλα, μου είπε και κάθισε δίπλα μου για συμπαράσταση. «Αυτό είναι ένα άλλο Ευαγγέλιο, του Γιάννη Αγιάννη. Εδώ θα διαβάσεις για τις αθλιότητες των ανθρώπων, αλλά και για πολλές αρετές τους. Την αγάπη, την αλήθεια, την δικαιοσύνη, την αφοσίωση, την θυσία, και άλλες αρετές που τους οδηγούν σε άθλους.

Το μόνο που θυμόμουν ήταν το όνομα, Τιτίκα. Το αγάπησα αυτό το όνομα. Έτσι όπως αγάπησα τρελά μια συμφοιτήτρια μου με το ίδιο όνομα.

Βρήκα το χοντρό βιβλίο με το μαύρο εξώφυλλο ανάμεσα στα πολλά βιβλία που μου χάρισε ο πατέρας μου όταν πέρασα στην Νομική. Το ξαναδιάβασα και τότε κατάλαβα πως είχα σωστά επιλέξει αυτές τις σπουδές. Θα αγωνιζόμουν για την καταδίκη των Αθλίων και κάθε είδους αδικία.

Καθισμένοι στο κόκκινο παγκάκι του κήπου μας, αυτή την ανοιξιάτικη ηλιόλουστη μέρα, Μεγάλη Δευτέρα ήταν, η δική μου Τιτίκα δέχτηκε την πρότασή μου και  φόρεσε το δακτυλίδι μου στο χέρι της και υποσχέθηκε  να σταθεί δίπλα μου για πάντα.

Comments

Αννα Μαρία Γραμμένου
Η Αννα Μαρία Γ.Γραμμένου, γεννήθηκε και κατοικεί στην Καλλιθέα Αθηνών. Έχει ρίζες στην Κέρκυρα και τον Πόντο. Σπούδασε ξενοδοχειακά και με υποτροφίες συνέχισε τις σπουδές στην Ελβετία και Γαλλία. Διαβάστε Περισσότερα.