Περπατά στον κεντρικό δρόμο της επαρχιακής πόλης τους. Εδώ μένει από τότε που γεννήθηκε. Με το κεφάλι σκυμμένο, παρακολουθεί τα βήματά του, καθώς μπαίνει το ένα μπροστά από το άλλο αργά και ρυθμικά. Τα χέρια κρυμμένα στις τσέπες του παντελονιού του. Η συνάντηση έχει οριστεί λίγο μετά τις έξι το απόγευμα, στο τέλος του δρόμου, εκεί που αρχίζει η πλατεία, μπροστά απ’ την Μητρόπολη. Τριγύρω του σηκώθηκαν ήδη τα ρολά των καταστημάτων. Άνοιξαν μετά την μεσημεριανή ανάπαυλά τους. Το τελευταίο φως της ημέρας κτυπά και αυτό νωχελικά τις τζαμαρίες τους. Έχει ξεκινήσει η απογευματινή δραστηριότητα στην πόλη και δειλά εμφανίζονται στον εμπορικό δρόμο της, κάθε λογής άνθρωποι, χρώματα και θόρυβοι. Ομιλίες ανάκατες με ήχους αυτοκινήτων, μοτοποδηλάτων, μαζί και τα έξη κτυπήματα του ρολογιού της Μητρόπολης. Καρφωμένο ψηλά στο καμπαναριό της, παρακολουθεί τα πάντα και μετρά μεθοδικά τον χρόνο.  Όλα σε μια πρωτόγονη συγχορδία που ανταγωνίζεται αυτή της φύσης, των πτερωτών κατοίκων της πόλης, που στριμώχνονται στα πλούσια φυλλώματα των δένδρων της πλατείας, ενώ ετοιμάζονται για τη βραδινή τους ανάπαυλα.

Πλησιάζει, με τον ίδιο αργό βηματισμό, μία από αυτές τις βιτρίνες. Η τοποθεσία της είναι γωνιακή. Σταματά απότομα. Τραβούν ελκυστικά την προσοχή του τα πολύχρωμα εμπορεύματά της. Μέχρι να φθάσει ο φίλος του, για να του φέρει τα χρήματα που του έχει ζητήσει, αποφασίζει να σταθεί μπροστά της και να κάνει μια έρευνα στο εσωτερικό της. Μπαίνει μέσα στην στοά, εκεί που η βιτρίνα ακουμπά την μια πλευρά της και σταματά. Ένα περαστικό σύννεφο αιχμαλωτίζει μερικές απ’ τις ενοχλητικές ηλιαχτίδες που πολιορκούν την μεγάλη γωνιακή τζαμαρία. Τότε εμφανίζεται μια γυναικεία σιλουέτα να βαδίζει μπροστά της, με  κορμί καλλονής, μακριά καστανά μαλλιά δεμένα πίσω από τον λαιμό της. Δύο κρίκοι ασημένιοι κρέμονται απ’ τα αυτιά της, κρατά στον ώμο της μια τσάντα, φορά ένα στενό τζιν παντελόνι, λευκό πουκάμισο με μακριά μανίκια ανασηκωμένα μέχρι τους αγκώνες. Χρωματιστά βραχιόλια στολίζουν τους καρπούς της. Περπατά με σταθερό, σίγουρο βηματισμό. Γυρίζει το όμορφο κεφάλι της και κοιτάζει μέσα στην βιτρίνα του καταστήματος. Μένει ακίνητη για λίγο. Στο ένα χέρι κρατά το τηλέφωνό της. Μιλά σιγανά, δεν την ακούει. Μοιάζει να περιγράφει τα εμπορεύματα της βιτρίνας. Τα χείλη της είναι βαμμένα κόκκινα. Μάλλον ακούει παρά μιλά. Ίσως να σταμάτησε και για να χαζέψει ενώ ακούει όσα της λένε από το τηλέφωνο.

Βγάζει το ένα χέρι του από τις τσέπες του και το βάζει πάνω από τα μάτια του σαν σκίαστρο, ενώ σκύβει μπροστά στην βιτρίνα. Προσποιείται πως περιεργάζεται τα εμπορεύματα. Νυφικές γόβες κεντημένες με στρας, πέδιλα καλοκαιρινά σε όλα τα χρώματα και σχέδια, στολισμένα με πολύχρωμα πετράδια, και χάντρες, αραδιασμένα σανδάλια με μακριά κορδόνια ή χρωματιστές κορδέλες για να τα δένεις. Μπροστά σε όλα, από ένα ταμπελάκι με την τιμή τους. Αλλά έχουν και την λέξη «προσφορά» ή «έκπτωση». Ανάμεσα τους απλωμένα λευκά βότσαλα και αστερίες δίνουν μια ανοιξιάτικη και καλοκαιρινή νότα στην διακόσμηση της. Σηκώνει τα μάτια του και την παρακολουθεί κάτω από τις αδύναμες αχτίδες του ήλιου που ξέφυγαν από το περαστικό σύννεφο. Για λίγο δεν την διακρίνει καλά. Τα κόκκινα χείλη της έχουν πλησιάσει τόσο πολύ την τζαμαρία λες και θέλει να την φιλήσει. Είναι σαρκώδη και ζουμερά, φρέσκιες φράουλες  ίδιες το χρώμα τους.

Τον διαπερνά ένα ρίγος και αναστατώνει την ηρεμία του. Κάνει μερικά βήματα προς τα δεξιά του για να αποφύγει μερικές ηλιαχτίδες που πολιορκούν ξανά την βιτρίνα. Αυτές τελικά εισβάλουν μέσα και στήνουν χορό πάνω σε όλα τα στολίδια των σανδαλιών. Μπορεί τώρα να την δει καλύτερα. Δίπλα της σταματούν για λίγο η μία μετά την άλλη και άλλες γυναικείες φιγούρες. Με ματιές περίεργες. γαζώνουν γρήγορα τα γυναικεία υποδήματα παραταγμένα σε διάταξη μάχης έτοιμα να τις κατακτήσουν. Φεύγουν άλλες βιαστικές και αδιάφορες, νικήτριες του πειρασμού της κατανάλωσης, άλλες με αργές κινήσεις περιπάτου, συνεχίζουν νωχελικά να προκαλούν τον χρόνο που τρέχει μπροστά τους. Πιασμένες απ’ το μπράτσο η μια της άλλης, κρατώντας παιδιά από το χέρι ή σέρνοντας καροτσάκια γεμάτα παιδικά γέλια ή κλάματα, φλυαρούν ή φιλοσοφούν. Εκείνη παραμένει εκεί, στο ίδιο σημείο που σταμάτησε. Κρατά ακόμα το τηλέφωνο στο χέρι, ενώ τα κόκκινα χείλη της μένουν σφιχτά κλεισμένα. Φέρνει το άλλο χέρι της στα μάτια της και τα σκουπίζει. Δάκρυα τα έχουν πλημμυρίσει. Ξαφνιάζεται. Τραβά το σώμα του πίσω, μακριά από την τζαμαρία προσπαθώντας να κρυφτεί πίσω από την κεντρική κολώνα της. Προσπαθεί να καταλάβει τι του συμβαίνει. Την αναγνωρίζει ξαφνικά και τραντάζεται ο κόσμος γύρω του και αυτός μαζί. Στην αρχή τον πλάνεψε η κορμοστασιά της. Μετά πρόσεξε τα κόκκινα χείλη της και θυμήθηκε. Την ξέρει. Την ήξερε από έφηβος. Ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερη του στο Γυμνάσιο. Κάθε φορά που την συναντούσε το βλέμμα του έπεφτε στα σαρκώδη χείλη της. Αυτά αναγνώρισε. Τότε ήταν αθώα, δεν είχαν  παραδοθεί στις αγωνίες του έρωτα και από αυτά έβγαιναν μόνο κοριτσίστικες, ντροπαλές φωνές. Αλλά αυτά τα χείλη ήταν η αιτία της δικής του αγρύπνιας και εφηβικής αρρώστιας  που τον σακάτεψαν από τον ανεκπλήρωτο πόθο να την κατακτήσει.

Η Κίρκη της νεότητάς του, έφυγε από την πόλη τους για να σπουδάσει στην πρωτεύουσα, μα δεν την ξέχασε. Αν και βρήκε παρηγοριά σε άλλη αγκαλιά και έκτισε φωλιά μαζί της, δεν ξέχασε ποτέ το κορίτσι με τ’ απόρθητα χείλη. Και τώρα να εδώ, ξανά μπροστά του. Τους χωρίζει ένα γυάλινος τοίχος, μόλις δύο μέτρα απόσταση. Ξαναβάζει τα χέρια στις τσέπες του. Προσπαθεί να κρατήσει τα πόδια του που τρέμουν. Διστάζει να αποφασίσει αν θα της μιλήσει ή θα οπισθοχωρήσει ακόμα πιο βαθειά μέσα στην εμπορική στοά, να παραμείνει ο κρυφός ερωτευμένος θαυμαστής της. Αυτή την δύσκολη στιγμή,  κάνει την εμφάνιση του, σαν από μηχανής θεός, ο φίλος του και τον επαναφέρει στην τάξη.

«Άργησα μόνο πέντε λεπτά!» του λέει και του κτυπά την πλάτη. «Πάμε να καθίσουμε να πιούμε ένα καφέ. Σου έφερα τα χρήματα κουμπάρε, αν θέλεις πάμε μετά να τα δώσουμε στο γιατρό μαζί. Τον άλλο μήνα θα γεννήσει κι η δικιά μου γυναίκα και  θέλω να τα πούμε».

Βγαίνουν από την στοά και συνεχίζουν να περπατούν λίγα μέτρα πίσω από την γυναίκα. Έχει σταματήσει να μιλά στο τηλέφωνο. Απομακρύνεται βιαστικά και χάνεται μετά από λίγο στο βάθος του δρόμου. Άφησε πίσω της ένα άρωμα λάγνο, προκλητικό.

Ενώ περπατά δίπλα στον φίλο του, ρουφά λαίμαργα τον αέρα που είχε αγκαλιάσει και ακουμπήσει επάνω του, η γυναίκα με τα απόρθητα κόκκινα χείλη.

 

Comments

comments

Αννα Μαρία Γραμμένου
Η Αννα Μαρία Γ.Γραμμένου, γεννήθηκε και κατοικεί στην Καλλιθέα Αθηνών. Έχει ρίζες στην Κέρκυρα και τον Πόντο. Σπούδασε ξενοδοχειακά και με υποτροφίες συνέχισε τις σπουδές στην Ελβετία και Γαλλία. Διαβάστε Περισσότερα.