Πρώτη Πράξη. Η παράσταση αρχίζει. Η Zizel η νεαρή χωριατοπούλα,  ζει με τη μητέρα της σε ένα γερμανικό χωριό,  βγαίνει στην σκηνή και χορεύει.

Σκύβει πάνω από την κόρη του και την φίλη της. «Πήρες το πρόγραμμα ; Ποιός έχει συνθέσει την μουσική;»

«Τι με νοιάζει βρε μπαμπά! Πάρε το να διαβάσεις. Εμένα με ενδιαφέρει μόνο να δω να χορεύει  η Svetlana Alexandrovna Lunkina, μπαμπά. Σου λέω, είναι θεά…»

Του δίνει το πρόγραμμα. Το ανοίγει και αρχίζει να ξεφυλλίζει βιαστικά αλλά δεν μπορεί να διακρίνει τίποτα μέσα στο σκοτάδι Ρίχνει μία ματιά στην σκηνή. Η παράσταση έχει ήδη αρχίσει.

Ο Albrecht ένας πρίγκιπας μεταμφιεσμένος σε χωρικό, με την βοήθεια του υπηρέτη του επισκέπτεται το χωριό. Χορεύει. Η Zizel τον ερωτεύεται χωρίς να ξέρει πώς είναι αρραβωνιασμένος με μιαν άλλη, την πριγκίπισσα Matilda.

«Έχει ακόμα κοντά τα μαλλιά της. Τα βάφει; Τότε που ήμασταν μαζί δεν τα έβαφε. Η γυναίκα μου τα έβαφε από τότε που την γνώρισα. Κάθε εβδομάδα πάει στο κομμωτήριο Αλλάζει συνέχεια το χρώμα των μαλλιών της.

Ο άνδρας, κρατά το χέρι της. Σκύβει σε αυτόν, κάτι του λέει. Έτσι όπως τον κοιτά, νομίζω κάτι έχει μαζί του. Ίσως τον αγαπά. Με το ίδιο ύφος και βλέμμα κοίταζε και εμένα. Τότε σίγουρα με αγαπούσε. Το ένιωθα. Είναι όμορφος άνδρας. Ίσως να είναι νεώτερος της.»

Μέσα στο μισοσκόταδο ανάβει η οθόνη του κινητού της κόρης του. Μια αθόρυβη κλίση. Η μικρή δεν  απαντά. Σκύβει μετά από πάνω της.

«Ποιός ήταν; Η μάνα σου;» Του απαντά με ένα νεύμα πως όχι.

«Σιγά μην ήταν η μάνα της. Ποιός ξέρει με ποιον είναι και τι κάνει τώρα. Λες και δεν έχω καταλάβει ότι με κερατώνει. Δεν με ενδιαφέρει. Έχω την ησυχία μου. Ας κάνει ότι θέλει. Εγώ καλά περνάω…»

Σκύβει ξανά ελαφρώς πλάγια προς τις δυο κυρίες. Από ’κει ρίχνει ξανά μια ματιά στη γυναίκα. Σηκώνει το κεφάλι ψηλά σαν να προσπαθεί να αρπάξει λίγο αέρα, σαν να πνίγεται. Χαμηλώνει μετά το βλέμμα ξανά μια στην σκηνή και μία σ’ αυτήν.

«Είναι κι άλλοι μαζί της. Πάντα είχε φίλους κοντά της. Ούτε αυτό δεν κατάφερα. Όποιους φίλους έχουμε στον κύκλο μας, είναι απ’ την πλευρά της γυναίκας μου. Κανένας απ’ όλους αυτούς κατά βάθος δεν με συμπαθεί. Το νιώθω. Κοίτα! κοίτα! πώς τον κοιτάζει. Τον φίλησε ξανά. Την αγκαλιάζει. Δεν θυμάμαι πότε με φίλησε έτσι, με πάθος, τελευταία φορά η γυναίκα μου. Μόνο όταν είμαστε με κόσμο μου τρίβεται και μου γλυκομιλά, «αγάπη μου, χρυσέ μου…» κάτι τέτοια ξενέρωτα, για τα μάτια του κόσμου. Όσες φορές κι αν μου τα πει, δεν τα νιώθω πια να με αγγίζουν. Έχασα το νόημα και τον έλεγχο της ζωής μου. Έπεσα με τα μούτρα στην δουλειά. Ξενοκοίταξα αρκετές φορές. Όλοι οι άνδρες το κάνουμε. Τελικά ίδια γεύση όλα. Ήταν βλέπεις και το παιδί στη μέση. Διαφορετικά αν δεν είχαμε το παιδί, όταν πέθανε η μάνα μου, θα χώριζα.»

Η γυναίκα ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του συντρόφου της. Του κρατά το μπράτσο με τα δύο της χέρια. Εκείνος γύρισε και την φίλησε στο μέτωπο.

Η πριγκίπισσα Matilda εισβάλει στο χωρίο με την συνοδεία της και ανακαλύπτει τον πρίγκιπα Άλμπερχτ μεταμφιεσμένο σε χωρικό. Η Zizel μαθαίνει την αλήθεια. Συντετριμμένη από την θλίψη για την προδοσία χορεύει χωρίς σταματημό σ’ όλη τη σκηνή.

Η κόρη του γυρίζει πίσω και του ρίχνει μια ματιά. Του χαμογελά. Σκύβει στο μέρος της. «Είναι τόσο όμορφη η Zizel, μπαμπά, να δες την με τα κιάλια…»

Παίρνει στα χέρια του τα κιάλια, τα ρυθμίζει όσο γίνεται πιο κοντά το πρόσωπο της γυναίκας. Μένει ακίνητος κρατώντας την αναπνοή του, μην την ακούσει αυτή και γυρίσει πίσω να τον δει.

«Δεν την θυμάμαι ποτέ τόσο γοητευτική. Μεγαλώνοντας έγινε ακόμα πιο όμορφη. Αυτός είναι νεότερος από ’μένα σίγουρα. Ίσως δεν είναι Έλληνας. Η Zizel ακόμα χορεύει. Και τι με νοιάζει εμένα η μπαλαρίνα αυτή; Εγώ ήρθα για να τη δει η Βάσω μου. Ήθελε το παιδί να δει μπαλέτο»

Κρατά συνεχώς τα κιάλια στα μάτια του και κοιτάζει πότε την γυναίκα πότε την σκηνή. Η κόρη του τον τραβά και του ψιθυρίζει.

«Έλα μπαμπά, είδες τόση ώρα! Θέλω να δω πως χορεύει η Zizel…»

Και η Zizel χορεύει. Χορεύει ασταμάτητα. Κι ενώ χορεύει η αδύναμη καρδιάς της, την προδίδει και πεθαίνει. Ίσως όμως και λόγω της τρέλας για την χαμένη της αγάπη, τον πρίγκιπα Albrecht.

Τέλος της πρώτης πράξης Τα φώτα ανάβουν. Ο κόσμος χειροκροτεί αλλά δεν ακούει τίποτα. Η γυναίκα μένει στην θέση της. Ο συνοδός της το ίδιο. Συζητούν. Οι δύο έφηβες σηκώνονται. Φεύγουν. Λένε πως θα κατέβουν να πάρουν νερό. Ζητά ξανά τα κιάλια. Ανοίγει τα πόδια του και στηρίζει πάνω τους, τους βραχίονες του. Σκύβει το κεφάλι ανάμεσα σαν κάτι να ψάχνει στο ζεστό μαρμάρινο δάπεδο. Κοιτάζει τα παπούτσια του. Μετά πιάνει με τις δυο παλάμες του τα γόνατα του που τρέμουν.

«Νιώθω άσχημα Πρώτη φορά νιώθω έτσι. Δεν έχω ξανανιώσει τα γόνατα μου να μουδιάζουν. Φοβάμαι. Αν με κοιτάξει στα μάτια, θα δει την αλήθεια. Δεν θέλω να μάθει, τίποτα. Θα δει το κενό στα μάτια μου. Θα καταλάβει αμέσως πόσο μόνος είμαι. Οι γυναίκες βλέπουν στο σκοτάδι της ψυχής μας, σα γάτες.»

Γυρίζει το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά σαν να μη ξέρει από που να ξεφύγει. Γύρω του κόσμος διαφορετικός, ζωηρός, ζωντανός. Μιλούν, αλλά δεν ακούει τίποτα. Στέλνει την προσοχή του μέσα στο πλήθος. Οι δύο έφηβες επιστρέφουν.

«Αργήσατε, τι κάνατε τόση ώρα;»

Η Βίκυ αρπάζει από τα χέρια του τα κιάλια και κάθεται δίπλα στην Άντζυ. Τα φώτα χαμηλώνουν. Οι μουσικοί έχουν πάρει θέσεις, ο μαέστρος ξαναβγαίνει και υποκλίνεται στους θεατές. Η παράσταση αρχίζει κάτω απ’ τον μισοσβησμένο ουρανό της πόλης και το νυσταγμένο βλέμμα της Ακρόπολης.

 

Δεύτερη Πράξη. Ο Ιλαρίωνας ένας χωρικός που αγαπούσε τη Zizel, επισκέπτεται τον τάφο της την νύχτα. Με τρόμο βλέπει το πνεύμα της Zizel να έχει μεταμορφωθεί σε Vili (ή Γουίλι). Γρήγορα μαζεύονται όλα τα Vili γύρω του και τον αναγκάζουν να χορέψει μέχρι θανάτου.

Παρασύρεται απ’ τη δράση επάνω στην σκηνή και για λίγο ξεχνιέται. Παραδίδεται στην μόνη διαθέσιμη αγκαλιά, αυτή της τέχνης. Χορός και μουσική απορροφούν τις σκέψεις του αλλά όχι τα συναισθήματα του. Σαν να έχουν στήσει τον δικό τους χορό.

Με αυτό τον τρόπο τα Vili που είναι πνεύματα προδομένων κοριτσιών εκδικούνται όποιον έρχεται σε επαφή μαζί τους. Ο Albrecht μετανιωμένος γι’ αυτό που έκανε στη Zizel έρχεται με τον υπηρέτη του στον τάφο της. Προσφέρει λουλούδια όταν αχνά βλέπει το πνεύμα της Zizel. Στην αρχή πιστεύει ότι έχει παραισθήσεις αλλά στην συνέχεια χορεύει μαζί της. Όμως τους ανακαλύπτουν τα πνεύματα Vili. Προσπαθούν να σκοτώσουν τον πρίγκιπα Albrecht αναγκάζοντάς τον να χορεύει ασταμάτητα. Όταν ο Albrecht κουράζεται, η Zizel παίρνει την θέση του χορεύοντας, μέχρι την αυγή που τα Vili επιστρέφουν στους τάφους τους.

Η Βίκυ γυρίζει πίσω και κοιτάζει τον πατέρα της. Κάτι του λέει αλλά δεν την ακούει. Ξαφνικά στην σκηνή συμβαίνει κάτι περίεργο. Η μουσική σταματά. Δεν την ακούει πια. Η Zizel, ενώ εξακολουθεί να χορεύει, αρχίζει ν’ ανυψώνεται απ’ την σκηνή. Ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά χορεύοντας πάνω απ’ τα κεφάλια των θεατών. Όλοι συνεχίζουν να κοιτούν όμως την σκηνή.

«Τι κόλπο είναι πάλι αυτό; Από που τη σηκώνουν; Να δω ξανά ποιος είναι ο σκηνοθέτης.» Κρατά στα χέρια του ακόμα το πρόγραμμα. Προσπαθεί να το ανοίξει αλλά οι σελίδες του είναι κολλημένες. Κοιτάζει στην σκηνή και διαπιστώνει πως η Zizel πετώντας σχεδόν, έχει φθάσει μέχρι το δικό μου διάζωμα. Τρομάζει. Σκουπίζει με το χέρι του τον ιδρώτα απ’ το πρόσωπο του. Η Zizel φθάνει μπροστά του και καρφώνει το βλέμμα της στα μάτια του.

«Τι ψάχνεις να βρεις; Εσύ είσαι ο σκηνοθέτης. Το ξέχασες;

Ο άνδρας κοιτάζει γύρω του ανάμεσα στο πλήθος των θεατών. Κανείς δεν έχει πάρει είδηση πως η Zizel λείπει απ’ τη σκηνή.

«Εγώ; όχι δεν έχω καμιά ευθύνη. Εσύ πρέπει να ξέρεις, είσαι ή Zizel;»

« Ντα, ντα, μη φωνάζει, μη λέει τίποτα σε κανέναν!»

«Μα όλοι το ξέρουν πως είσαι η Svetlana Alexandrovna Lunkina !»

«Για σένα εγκό είμαι μόνο η Zizel.»

Η μπαλαρίνα τον πλησιάζει. Γυρίζει πίσω του και δεν υπάρχει πια κανείς, έχουν εξαφανιστεί. Δεν κατάλαβε πότε έφυγαν. Η Zizel κάθεται δίπλα του. Νιώθει αμήχανος. Κοιτάζει μπροστά να δει την κόρη του αλλά δεν την βλέπει πουθενά. Η Zizel σκύβει και ακουμπά του το κεφάλι της στον ώμο. Μετά τον αγκαλιάζει σφιχτά. Για λίγο αφήνεται στο άγγιγμα της και μετά στην αγκαλιά της.

«Αν γυρίσει να κοιτάξει πίσω της θα με δει αγκαλιά με μια όμορφη μπαλαρίνα. Δεν είμαι μόνος μου. Θα γυρίσει οπωσδήποτε να με δει. Αφού η Zizel λείπει απ’ την σκηνή θα ψάξει να τη βρει. Όλοι θα την ψάχνουν τώρα. Κάποια στιγμή θα καταλάβουν πως είναι δίπλα μου, όλοι θα την δούνε δίπλα μου…»

Η γυναίκα όμως δεν γυρίζει πίσω το κεφάλι της. Αδιαφορεί. Το ίδιο κάνουν και οι θεατές. Εξακολουθούν να κοιτάζουν την σκηνή όπου ο πρίγκιπας χορεύει ακόμα μαζί με τους υπόλοιπους. Ξάφνου διακρίνει την Zizel να χορεύει ακόμα μαζί του.

«Μα πώς  είναι δυνατόν. Είσαι εκεί και εδώ! Λες ψέματα, δεν είσαι η Zizel, αυτή είναι στην σκηνή κι ακόμα χορεύει. Ποια είσαι;»

«Γιαβόλ, αυτή κοπέλα χορεύει,  Svetlana Alexandrovna Lunkina. Εγκό Zizel μάϊνε λίμπε!»

Σηκώνεται έντρομος. Ξάφνου τα φώτα ανάβουν και τότε διακρίνει πως τα λευκά μάρμαρα είναι όλα κενά. Κανείς από τους θεατές δεν είναι πια μέσα στον χώρο. Η σκηνή άδεια. Οι μουσικοί ακίνητοι κρατούν τα μουσικά τους όργανα. Κατεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλιά φωνάζοντας τ’ όνομα της κόρης του. Τα βήματα του είναι βαριά, ασήκωτα. Η αναπνοή του το ίδιο, σαν πυκνό σύννεφο σκόνης. Τον ακολουθεί η Zizel. Προσπαθεί να τον κρατήσει απ’ το χέρι. Αυτός φωνάζει «Βάσω, Βάσω… Βάσω!» Φτάνει στην έξοδο. Η Zizel πάντα δίπλα του.

«Φύγε, θα μας δουν μαζί, δεν έχεις καμιά δουλειά μαζί μου, γύρνα στην σκηνή να χορέψεις, δεν έχεις καμιά δουλειά μαζί μου….φύγε, φύγε!»

«Νάϊν, εγκό πολλά χρόνια έψαχνα να βρω εσένα και τώρα εγκό βρίσκει εσένα και ντεν φεύγει!»

«Πόσα χρόνια με ψάχνεις; Και γιατί; Τι θέλεις από ’μένα; Εγώ ήθελα μόνο να σε δω να χορεύεις!»

Προσπαθεί να ξεφύγει αλλά η νεαρή Γερμανίδα είναι συνεχώς δίπλα του. Δεν τον αφήνει να κάνει ούτε ένα βήμα χωρίς να βρεθεί δίπλα του.

«Θα τρέξω να φύγω και θα με χάσει. Θα τρέξω πιο γρήγορα απ’ αυτήν. Με αυτά που φοράει δεν θα μπορεί να με ακολουθήσει..»

Προσπαθεί να ανοίξει το βήμα του για να ξεφύγει από την μπαλαρίνα. Θέλει να τρέξει αλλά διαπιστώνει πως δεν μπορεί. Τον τραβά προς τα πίσω η Zizel.

«Albrecht! Albrecht! Πάντα ήθελες να χορέψεις μαζί μου! έλα τώρα που σε ξαναβρήκα!»

«Δεν με λένε Albrecht και δεν ήθελα ποτέ… ποτέ… μα ποτέ… μα τι γίνεται; Τι μου συμβαίνει; πετάω! Χορεύω, χορεύω μαζί της! πόσο όμορφα είναι! Δεν το φανταζόμουν ποτέ πως μπορώ να χορεύω έτσι!»

Αρχίζουν να στροβιλίζουν πάνω στα μάρμαρα μπροστά απ’ την είσοδο του θεάτρου. Χορεύουν ένα εξαίσιο pas de deux.

«Νιώθω τόσο όμορφα! Χορεύω σαν αληθινός χορευτής! Την κρατώ αγκαλιά και είναι τόσο ανάλαφρη. Φορά και αυτή το ίδιο άρωμα με εκείνην. Το ίδιο, είμαι σίγουρος πως φορά το άρωμα εκείνης! Μα που είναι η Βάσω να με δει; Βάσω, Βάσω!»

«Κύριος, εσύ φωνάζει, τι έχει κύριος; Κύριος, πιες λίγκο νερό… Κύριος., είσαι καλά;»

«Ποιος είναι, ποιος μου μιλά; Ποια είναι αυτή; Γιατί με σπρώχνει έτσι; Ανοίγει τα μάτια του. Μπροστά του στέκεται η Μαργαρίτα, η νεαρή Φιλιππινέζα τους, κρατώντας ένα ποτήρι με μερικά παγάκια, που χοροπηδούν και κουδουνίζουν.

«Κύριος, εσύ πολύ τρώει μεσημέρι, πολύ μπύρα, πολύ ζέστη! Δεν κάνει εσύ κοιμάται,  ήλιος!»

Στέκεται καθιστός στην κουνιστό καναπέ σε μια άκρη του κήπου. Πίνει γουλιά γουλιά το παγωμένο νερό. Την κοιτάζει  περίεργα. Μετά κοιτάζει τριγύρω του, μια δεξιά μια αριστερά. Της δίνει το ποτήρι και προσπαθεί να σηκωθεί. Πέφτει ξανά στο ίδιο σημείο. Η κοπέλα αφήνει το ποτήρι δίπλα στο τραπεζάκι και του δίνει το χέρι της για να τον βοηθήσει.

«Κύριο κτύπησε ήλιος. Πάμε μέσα Κύριος ξαπλώσει.»

«Τι άρωμα φοράς Μαργαρίτα;»

«Όχι εγκό άρωμα, λέει Κυρία, ντέν θέλει εγκό φοράει άρωμα…»

«Κι όμως κάτι μυρίζει πολύ όμορφα εδώ…»

«Φούλι, γιασεμί, πολλά έχει κήπος, μυρίζει ωραία…»

«Η Κυρία σου που είναι;»

«Μέσα, κοιμάται, πονάει κεφάλι!»

«Τι έγινε Μαργαρίτα; Πόση ώρα κοιμήθηκα;»

«I don’t know sir, εσύ διαβάζει news paper έξω, πίνει παγωμένη μπύρα, εγώ μαζεύει πιάτα από τραπέζι, I don’t know! Kαι τηλέφωνο κτυπάει και miss Βίκυ λέει πάω σπίτι Άντζυ κι έρχομαι πάμε θέατρο με πατέρας μου…»

«Θέατρο! να πάρει ευχή Μαργαρίτα, το θέατρο τι ώρα είναι; Ξέχασα το θέατρο, το μπαλέτο! Πρέπει να ετοιμαστώ, έχω να πάω το παιδί στο Ηρώδειο, της το έχω υποσχεθεί!»

Η Μαργαρίτα τον συνοδεύει στο σπίτι. Κλείνει πίσω της τις συρόμενες μπαλκονόπορτες κι αμέσως η αλλαγή της θερμοκρασίας, η δροσιά του κλιματιστικού τον βοηθά να πάρει μια ανάσα ανακούφισης.

«Έχω πουκάμισο έτοιμο; δεν θέλω σακάκι!  Μαργαρίτα, φτιάξε μου έναν καφέ δυνατό, μέτριο, πολύ παγωμένο! Μπαίνω να κάνω ένα μπάνιο, μα που είναι η Βάσω;»

«Miss Βίκυ είναι με φίλη της Άντζυ. Κύριος, μη φωνάζει. Κύριος, κοιμάται κυρία, πονάει κεφάλι».

Βάζει τα χέρια στα μαλλιά του και τα χαϊδεύει, τα τακτοποιεί σαν να τα χτένιζε με τα δάκτυλά του.

«Τι περίεργο. Μου έρχονται σκέψεις από το πουθενά. Θυμάμαι. Και τι δεν της έκανα! Πολύ την βασάνισα, την παίδεψα, αλλά με αγαπούσε. Το έδειχνε. Το έλεγε με χίλιους τρόπους. Είχε γεύση η αγάπη της. Είχε ήχους από τα γέλια της, είχε χρώματα από την ζωή της. Δεν ήταν και λίγα δέκα χρόνια από τη ζωή αυτά που της έκλεψα. Έμπαινα και έβγαινα όποτε ήθελα στην ζωή της. Αυτή εκεί. Βράχος, περίμενε άντεχε. Δεν έπρεπε να της φερθώ τόσα άσχημα. Τι έφταιγε αυτή αν εγώ δεν ήξερα τι ήθελα τότε! Θα μπορούσαμε να είχαμε ίσως και παντρευτεί. Αλλά τελικά η γυναίκα μου με κατάφερε. Όλοι μου οι γνωστοί και συνάδελφοι στην τράπεζα, έλεγαν «ρε ’συ τυχερέ, τι γκόμενα είναι αυτή! Έλυσες το πρόβλημα της ζωής σου, βολεύτηκες μια χαρά. Μα να είναι τόσο ζωντανό αυτό το όνειρο εκεί έξω στον κήπο!».

Σκουπίζει το πρόσωπο του και μένει για λίγο ακίνητος κοιτάζοντας μέσα στον καθρέπτη.

«Έπρεπε να της πω απ’ την αρχή πως δεν μπορούσα να την παντρευτώ. Μια φορά της το είπα. Όχι ξεκάθαρα. Κάπως περίεργα. Της είπα «όλοι λένε να σε προσέχω μην με τυλίξεις στο τέλος». Σκέφτηκα πως έτσι θα καταλάβει, πως δεν είχα σοβαρό σκοπό γι’ αυτήν. Έσκασε στα γέλια τότε.

«Και τι είσαι για να σε τυλίξω, μου απάντησε, φέτα ή ψαράκια; Εγώ περιμένω τον άνδρα που θα με πολιορκήσει και θα με κατακτήσει, όπως τ’ απόρθητα κάστρα!»

«Αστείο μου φάνηκε τότε. Σαν κάστρο έβλεπε τον εαυτό της. Σιγά μην στρατολογούσα στρατιές για την πολιορκία της. Στην εποχή μας δεν γίνονται αυτά. Οι γυναίκες είναι εκ των προτέρων παραδομένες, χωρίς μάχες και πολιορκίες.

«Ο κήπος μας τελικά είναι γεμάτος λουλούδια, που μου θυμίζουν το άρωμά της. Την είδα ξανά. Τελευταία όλο και πιο συχνά έρχεται στα όνειρα μου. Λες και βρίσκομαι τότε, σ’ εκείνο το πρώτο μας ραντεβού. Καλοκαίρι ήταν, ίδιος μήνας. Την περίμενα να τελειώσει από τη βραδινή της βάρδια. Μπήκε στο αυτοκίνητο μου και το πλημύρισε, η σπιρτάδα της, το άρωμα και τα χρώματα της, το γέλιο της. Τι με έκανε και της ζήτησα να βγούμε τότε! Δεν θυμάμαι. Πέρασε καιρός. Τι όμορφη αίσθηση όμως να χορεύω μαζί της… Μα για στάσου, δεν θυμάμαι καλά, χόρευα μαζί της ή με τη Zizel;»

Βγαίνει απ’ το μπάνιο του και ετοιμάζεται με αργές κινήσεις. Στο διπλανό δωμάτιο κοιμάται η γυναίκα του. Η πόρτα της είναι κλειστή. Πλησιάζει κι ακουμπά το χέρι του στο πόμολο της πόρτας. Κοντοστέκεται. Εκεί μέσα είναι η δική της κρεβατοκάμαρα. Δεν έχει καμιά δουλειά. Πάνε τώρα δύο χρόνια που δεν μπαίνει. Κατευθύνεται προς το γραφείο του.

«Πότε ήταν η τελευταία φορά που συναντηθήκαμε; Ήταν στο διαμέρισμά μου στο Παγκράτι, την επόμενη ημέρα των γενεθλίων μου Φεβρουάριος ήταν. Είχαμε δώσει λόγο με τη γυναίκα μου τα Χριστούγεννα. Το προηγούμενο βράδυ, στο πατρικό της στον Χολαργό, μου έκαναν ένα πάρτι γενεθλίων, τάχα έκπληξη, Απόκριες ήταν. Καλά περάσαμε. Γύρισα το ίδιο βράδυ στο διαμέρισμά μου γιατί έπρεπε να πάω το πρωί νωρίς στο γραφείο μου. Δεν πήγα όμως. Με είχε πειράξει το αλκοόλ, το πολύ φαγητό ίσως, το φορτίο που είχα αποφασίσει να σηκώσω. Στο γραφείο είπα πως είμαι άρρωστος. Στην γυναίκα μου είπα πως έχω κάτι εξωτερικά ραντεβού και θα επέστρεφα αργά στο γραφείο. Κοιμήθηκα. Η άλλη με πήρε τηλέφωνο αργά το μεσημέρι. Μ’ έψαχνε για να μου ευχηθεί, έτσι μου είπε. Αλλά ήταν διακριτική. Δεν με ρώτησε πού ήμουν. Της είπα πως ήμουν άρρωστος κι αν θέλει να έρθει σπίτι μου. Ήρθε με μια αγκαλιά λουλούδια.

«Για τα γενέθλιά σου!» μου είπε.

«Αλλά ήταν απόμακρη. Λες και είχε καταλάβει. Την ρώτησα αν μ’ αγαπάει. Θράσος που το είχα! Είχα μια παράλληλη σχέση με δύο γυναίκες. Με κοίταξε τότε στα μάτια χωρίς να πει τίποτα. Δεν απάντησε. Γύρισε το βλέμμα της προς το παράθυρο και κοίταζε έξω χωρίς να μιλά. Νευρίασα τότε πάρα πολύ. Αφού με αγαπούσε, έπρεπε να το πει να το ακούσω ξανά. Αυτή η σιωπή της με έκανε έξαλλο. Της είπα αν δεν θέλει να μου πει πως με αγαπάει, να φύγει. Της έκανα μια σκηνή φοβερή. Ήταν μια καλή αφορμή αυτό για να διακόψω μαζί της. Δεν θα συνέχιζα. Ήταν επικίνδυνο να το πάρει είδηση η γυναίκα μου. Της άνοιξα την πόρτα και σχεδόν την πέταξα έξω, μέσα στο ασανσέρ ενώ της φώναζα ακόμα πως, δεν έχει θέση στην ζωή μου αφού δεν μ’ αγαπάει, εκείνη δεν είπε λέξη. Έφευγε ενώ συνέχιζε να με κοιτά περίεργα. Είχε καταλάβει; Λες να ήξερε;»

Η Μαργαρίτα έχει ήδη αφήσει στο γραφείο τον παγωμένο καφέ του. Πιάνει το ποτήρι και το ακουμπά στο μάγουλό του. Ρουφά μερικές γουλιές. Μετά ανοίγει το συρτάρι του γραφείου του και ψάχνει.

«Κάπου εδώ έχω τα εισιτήρια, μα που είναι; Εδώ τα είχα βάλει! Μαργαρίτα!

Η κοπέλα τρέχει προς αυτόν.

«Κύριος, Κυρία είπε όχι φωνάζει, πονάει κεφάλι της…»

«Δεν ακούει εκεί μέσα η Κυρία σου και στο κάτω κάτω, να μας αφήσει και η Κυρία σου στην δική μας ησυχία. Εδώ και μια εβδομάδα όλο πονοκέφαλο έχει. Πήρε κανείς από εδώ τα εισιτήρια; Μαργαρίτα! Μήπως τα πήρε η Βάσω;

«Συγνώμη Κύριος, εγκό ξέχασα, μις Βίκυ πήρε και είπε περιμένει Κύριος σπίτι Άντζυ έρθει μαζί θέατρο, κυρία δεν έρθει πονάει κεφάλι της… συγνώμη ξέχασα…»

Κοιτάζει το ρολόι του. Έχει λίγο χρόνο ακόμα να τελειώσει τον καφέ του. Μετά από λίγο αρπάζει τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και βγαίνει από το σπίτι.

Φθάνει μπροστά από το σπίτι της φίλης της κόρης του και περιμένει. Της τηλεφωνά στο κινητό της.

«Είμαι έξω και σας περιμένω.» Μετά ρίχνει μια ματιά στις αναπάντητες κλίσεις του.

«Αυτή πάλι. Η νέα μου κατάκτηση. Της έχω πει να μην με καλεί στο κινητό τέτοια ώρα! Τι να θέλει, θα της στείλω ένα μήνυμα, Μωρό μου είμαι σε σύσκεψη, θα σε πάρω όταν τελειώσω..»

Οι δύο κοπέλες μετά από λίγο βγαίνουν απ’ το σπίτι της Άντζυ.

«Έρχεται η Βάσω μου. Η μάνα της την φωνάζει, Βίκυ. Δεν της άρεσε τ’ όνομά της μάνας μου. Στην αρχή ήταν όλο γλύκες μαζί της. Πριν την παντρευτώ. Μετά δεν την ήθελε ούτε στο σπίτι μας. Πήγαινα μόνος μου στο χωριό να τη δω. Όλο δικαιολογίες εύρισκε για να μην έρχεται μαζί μου. Το «Βίκυ» έλεγε είναι όνομα να μπορεί να σταθεί κάπου κι όχι το «Βάσω». Αν θέλεις της μάνας σου το όνομα, Βίκυ θα τη λέμε. Διαφορετικά θα βρούμε κάτι άλλο. Άλλαξε η συμπεριφορά της, μετά τη γέννα. Έλεγα πως αυτό φταίει, η γέννα, το μωρό. Το παθαίνουν πολλές φορές οι γυναίκες, θα περάσει. Αλλά μέχρι σήμερα δεν άλλαξε τίποτα. Έτσι παρέμεινε απότομη, περίεργη, ψυχρή.»

 

Μπαίνουν στο αυτοκίνητο του. Ξεκινά. Κατηφορίζουν τη λεωφόρο Κηφισίας.

«Για φαντάσου. Κάποτε επεδίωκα να με κοιτά εκείνη στα μάτια. Έτσι την αφόπλιζα. Μπορεί όμως να έβλεπε την αλήθεια στα μάτια μου. Ακόμα και ψέματα όταν της έλεγα την νάρκωνα με το «βαθύ γαλάζιο μου». Έτσι έλεγε για τα μάτια  μου. Έχουν το ίδιο χρώμα και της κόρης μου, είναι όμορφο κορίτσι. Τα σώμα το πήρε από την μάνα της. Η Βάσω είναι  το ευχάριστο κομμάτι στην ζωή μας. Αυτή μας κρατάει, νομίζω, ακόμα μαζί.»

«Έχει κίνηση, ασυνήθιστο για Τετάρτη απόγευμα, τι λέτε κορίτσια;»

Ενώ αυτές μιλάνε ασταμάτητα για πράγματα που δεν καταλαβαίνει, αυτός δεν ακούει καν, μένει αμίλητος

«Βάσω, ξέρεις την υπόθεση της παράστασης που θα δούμε, να μάθω και εγώ κάτι μέχρι να φθάσουμε…»

«Μια ιστορία αγάπης και προδοσίας παλαιάς κοπής, Κύριε Αργυρίου, απ’ αυτές που κάποτε ήταν γεμάτος ο κόσμος…»

«Δεν κατάλαβα Άντζυ, τι σημαίνει παλαιάς κοπής;»

«Να, πως να το πούμε, αυτά τα παραμύθια τα έγραφαν κάποτε για παρηγοριά των απόρων κορασίδων.» Οι δύο κοπέλες ξεσπούν σε γέλια. «Σήμερα δεν συμβαίνουν αυτές οι πικρόγλυκες ιστορίες Κύριε Αργυρίου. Οι γυναίκες άλλαξαν, ξύπνησαν. Δεν τις θέλει  ο ένας, βρίσκουν έναν άλλον. Βαρέθηκαν τον έναν, βρίσκουν κάποιον άλλον. Απλά τα πράγματα. Γιατί να σκάνε και να χορεύουν μέχρι σκασμού!» Οι δύο κοπέλες ξαναβάζουν τα γέλια. «Τώρα εμείς πρέπει να το δούμε το δράμα της Zizel!» ξεσπούν ξανά σε γέλια… γιατί μας μίλησε και η δασκάλα του μπαλέτου… και…».

Οδηγεί ακούγοντας τις δύο κοπέλες αλλά χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα απ’ όσα λένε. Κρατά το τιμόνι με το δεξί χέρι και με το αριστερό ακουμπισμένο στο παράθυρο κρατά το κεφάλι του.

«Καλό τσουλάκι αυτή η Άντζυ. Και κάνει συνέχεια παρέα με την δικιά μου. Πρέπει να της μιλήσω κάποια στιγμή. Εκείνο το βλέμμα της, όταν της είπα να φύγει, όταν χωρίσαμε. Γεμάτο οίκτο ήταν. Αυτό το συναίσθημα της συμπάθειας για κάποιον που βρίσκεται σε δυσάρεστη θέση. Κι εγώ ήμουν σε άσχημη θέση αλλά τότε δεν το καταλάβαινα. Τώρα όμως μπορώ να μεταφράσω εκείνη την ματιά της. Μπορεί να είχε δει τα πάντα μέσα στα μάτια μου. Να ήξερε την αλήθεια. Εγώ ένιωθα δυνατός, κατακτητής. Ο κανόνας. Σωστά είχα επιλέξει να δεσμευτώ σοβαρά μιαν άλλη γυναίκα. Μάλιστα, ήταν νεώτερη και ομορφότερη κι από οικογένεια που είχε τον τρόπο της…»

Σταματά απότομα στο κόκκινο ενός φαναριού στο Hilton. Κοιτάζει πίσω να βεβαιωθεί πως δεν ξάφνιασε τις κοπέλες. Ξεκινά νευρικά.

«Μπορεί και να ήξερε πως ήταν η τελευταία φορά που συναντιόμασταν. Μπορεί να ήθελε να ’ρθει σπίτι μου για να μου πει εκείνη να χωρίσουμε. Την πρόλαβα όμως εγώ. Κι αυτή δεν έκανε τίποτα μετά για ν’ αλλάξει τα πράγματα. Αυτό που εγώ τώρα ανακαλύπτω, ίσως εκείνη το είχε δει τότε, σα μάντισσα. Είχε δει από τότε, πού θα με οδηγούσαν οι επιλογές μου. Αργότερα, την ίδια μέρα, σκέφτηκα πως δεν ήταν σωστό, έτσι όπως την έδιωξα. Αν την κρατούσα ακόμα λίγο καιρό. θα έμενε. Θα της έλεγα παραμύθια και θα τα μπάλωνα όπως έκανα τόσο καιρό. Έψαξα να τη βρω. Δεν απάντησε ξανά στο τηλέφωνο. Δεν μου ζήτησε τον λόγο, δεν μ’ έβρισε, δεν είπε τίποτα. Τηλεφωνούσα ακόμα και την νύχτα να δω μήπως απαντήσει κάποιος άλλος στο τηλέφωνο. Μπορεί να είχε βρει κάποιον άλλον. Κανείς, καμία απάντηση. Λίγους μήνες μετά παντρεύτηκα. Την ξέχασα. Χαθήκαμε. Δεν την ξαναείδα. Δεν την ξανάκουσα από τότε. Και τώρα για δες! Ξανά, επιστρέφει στον ύπνο μου, στα όνειρά μου. Αυτή, το άρωμά της και οι ενοχές μου ξανά ζωντανές»

«Ποιός έχει συνθέσει την μουσική του μπαλέτου Βάσω;»

«Ρε μπαμπά, σου ξανάπα χίλιες φορές. Εδώ και μία εβδομάδα με ρωτάς τα ίδια και τα ίδια. Δεν ξέρω ρε μπαμπά, εμένα μ’ ενδιαφέρει μόνο η Svetlana Alexandrovna Lunkina. Μπαμπά, είναι θεά σου λέω, θεά! Θα της πετούν αμέτρητα μπουκέτα με λουλούδια στο τέλος, θα δεις! Να προσέξεις το τέλος, μπαμπά. Ειδικά το τέλος. Η δασκάλα μάς είπε  πως αυτό είναι ένα από τα πιο όμορφα pas de deux που έχουν χορογραφηθεί στον κλασικό χορό.»

«Μα τι πληρώνω τόσα χρόνια στα μπαλέτα της! Θα έπρεπε να ξέρει τουλάχιστον τα στοιχειώδη! Αλλά ποιός να της τα πει αυτά. Εγώ λείπω όλη μέρα. Η μάνα της ξέρει μόνο να μου λέει  «πλήρωσε αυτό, πλήρωσε εκείνο και πήγαινε να φέρεις το παιδί απ’ το μπαλέτο». Μπαλέτο! Εγώ ήθελα να κάνει αθλητισμό η Βάσω. Αυτός χρειάζεται στα παιδιά. Η μάνα της ούτε να ακούσει για στίβο.»

«Η κόρη μου δεν θα γίνει σαν αυτές τις ανδρογυναίκες στον στίβο, θα κάνει μπαλέτο. Είναι πολύ ντελικάτη και θα κάνει μπαλέτο.»

«Όλο γκρίνια ήταν. Τελικά υποχώρησα. Θα μπορούσε να έρθει μαζί μας απόψε. Η αλήθεια είναι, πως απέτυχα στον γάμο μου. Ναι, πρέπει κάποτε να το παραδεχτώ. Είμαι ένας αποτυχημένος. Κοινωνικά είμαι βέβαια αποδεκτός, άρα και επιτυχημένος. Με το σπίτι μου, το καλό μας τ’ αυτοκίνητο, το εξοχικό μας, τα ταξίδια μας, το καλό σχολείο του παιδιού μου. Τι είναι όλα αυτά; Δεν είναι επιτυχία;»

«Να πάμε την μικρή να το δει», έλεγε κάθε μέρα. Πήρα τα εισιτήρια τελευταία στιγμή. Σχεδόν τσακωθήκαμε και γι’ αυτό. Θα μπορούσε να το φροντίσει η ίδια. Είχε το χρόνο. Της τηλεφώνησα στο σπίτι πριν φύγω απ’ το γραφείο. Ήταν στο κομμωτήριο, μου το είπε η Μαργαρίτα. Την κάλεσα και στο κινητό της. Το είχε κλειστό. Και ξαφνικά γυρίζω σπίτι και μου λέει πως δεν θα έρθει. Τελευταία στιγμή. Είχε πονοκέφαλο. Έτσι λέει συνέχεια για να μην έρχεται μαζί μου. Έφαγα μόνος μου, όπως κάθε μεσημέρι, παρέα με την Μαργαρίτα. Ευτυχώς δεν πήγε χαμένο το εισιτήριο. Ήρθε αυτό το χαζό, η κολλητή της Βάσως απ’ το μπαλέτο. Η ίδια την κάλεσε. Μίλησε και με την μητέρα της. Τι να έλεγα; Πήρα τελικά τις μικρές και  να, πάμε στο θέατρο. Λες να κοιμάται τόση ώρα; Μπορεί και όχι. Δεν με ενδιαφέρει πια. Ίσως και να μην την αγαπώ καθόλου. Μπορεί και να μην την αγάπησα ποτέ. Δεν ήμουν έτσι όταν την γνώρισα.»

Αφήνει το αυτοκίνητο τρία στενά μακριά απ’ το θέατρο. Βρήκε εύκολα μια θέση. Πετάγονται έξω οι δύο έφηβες. Προχωρούν βιαστικά. Κλειδώνει και βάζει συναγερμό. Φτάνουν στην είσοδο του θεάτρου. Έχει ήδη μαζευτεί κόσμος. Κάνει πολύ ζέστη κι έχει βαριά άπνοια. Παίρνουν θέση στην ουρά των θεατών. Οι πόρτες δεν έχουν ανοίξει ακόμα. Περιμένουν υπομονετικά. Με μια βεντάλια ή με το πρόγραμμα σπρώχνουν, πάνε πέρα δώθε τον τεμπέλη αέρα, μπροστά στο πρόσωπό τους. Οι έφηβες δεν σταματούν να μουρμουράνε και να στέλνουν μηνύματα με τα κινητά τους. Αυτός στέκεται πίσω τους. Σηκώνει το κεφάλι προς τα πάνω και ψάχνει. Με τεντωμένα, ορθάνοιχτα ρουθούνια ψάχνει κάτι στον αέρα.

 

Comments

comments

Αννα Μαρία Γραμμένου
Η Αννα Μαρία Γ.Γραμμένου, γεννήθηκε και κατοικεί στην Καλλιθέα Αθηνών. Έχει ρίζες στην Κέρκυρα και τον Πόντο. Σπούδασε ξενοδοχειακά και με υποτροφίες συνέχισε τις σπουδές στην Ελβετία και Γαλλία. Διαβάστε Περισσότερα.