Εκείνο το μεσημέρι, η ζέστη ήταν αφόρητη και με φυλάκισε στην κρεβατοκάμαρα μου, με την γριά Νεφέλη να απολαμβάνει κουρνιασμένη  την μοναξιά μου και εγώ την δροσιά από το κλιματιστικό.

Ξαφνικά κτύπησε επίμονα το κουδούνι. Πετάχτηκα από την άνετη χαλάρωσή μου. Τέτοια ώρα μέσα στον καύσωνα, σκέφτηκα, κάποιος συγγενής θα είναι. Πήγα  να ανοίξω με την γριά παράξενη γάτα μου, στο κατόπι. Ο ανελκυστήρας σταμάτησε στον όροφο μου. Με δυσκολία, αργά,  κάποιος προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα του.

—Τι κάθεσαι και με κοιτάς σαν άγαλμα; Έλα να με βοηθήσεις.

Ήταν η φίλη μου, η Αγγελική. Όρμησε έξω κρατώντας γεμάτες πλαστικές σακούλες. Πλησίασα  για να την βοηθήσω.

— Έξω καίγεται ο τόπος, γρήγορα ένα ποτήρι νερό.

—Απορώ Αγγελική, τι σε έπιασε μέσα στο καταμεσήμερο, με  διακόσιους βαθμούς θερμοκρασία, να μου κτυπάς την πόρτα έτσι περίεργα και φορτωμένη,

—Δεν μπορούσα να έρθω άλλη ώρα. Άφησα τα παιδιά με τον πατέρα τους και ήταν μια καλή ευκαιρία να έρθω.

— Μα τι είναι όλα αυτά; την ρώτησα.

— Αδειάζουμε το σπίτι της μακαρίτισσας θείας του άνδρα μου, την θυμάσαι;

—Tην θεία Μαρηλίτσα; αυτή που φορούσε συνέχεια γόβες χορού; Ο άνθρωπος των γραμμάτων, τεχνών και ταξιδιών;

—Αυτή ακριβώς. Βάλε μου ξανά ένα ποτήρι νερό πρώτα και θα σού εξηγήσω.

Το έκανα ενώ η φίλη μου συνέχισε αδειάζοντας τις σακούλες.

—Όλα τα έκανε η μακαρίτισσα. Χόρευε έπαιζε και βιολί. Άσε που είχε και καλή πένα. Έγραφε ποίηση και ζωγράφιζε όμορφα. Να δες, όλα αυτά σκέφτηκα να τα φέρω σε σένα.

Άρχισε να απλώνει όπου έβρισκε, τελάρα όλων των διαστάσεων, με τον καμβά τους καρφωμένο. Πινέλα, σωληνάρια, μολύβια, σωριάστηκαν πάνω στο τραπέζι της κουζίνας μου.

—Δεν ήξερα πώς ζωγράφιζε η θεία. Αλλά γιατί σκέφτηκες πώς τα σύνεργα ζωγραφικής της θα ήταν χρήσιμα σε εμένα, την ρώτησα βάζοντας τα γέλια. Εγώ δεν μπορώ να τραβήξω ούτε μια γραμμή ίσια χωρίς βοήθεια, δεν ξέρω τίποτα από χρώματα. τίποτα απ’ όσα μπαίνουν πάνω σένα καμβά.

—Καιρός να μάθεις. Έξαλλου, εκτός από το να γρατζουνάς το πιάνο σου και να τραβάς φωτογραφίες, τι άλλο κάνεις;

— Οι φωτογραφίες είναι το χόμπι μου από παιδί, το ξέρεις αυτό. Κάτσε να σου δείξω και την νέα μου ψηφιακή κάμερα.

Δεν έδειξε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον η φίλη μου για την τεχνολογία. Έπρεπε όμως να δείξω εγώ, για την μακαρίτισσα θεία του άνδρα της, που είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια αλλά ακόμα δεν ξέρω ποια ήταν η αιτία.

—Αλήθεια πόσο χρονών ήταν η Μαρηλίτσα, Αγγελική;

—Δεν μας έλεγε όταν την ρωτούσαμε. Στο μνήμα της γράψαμε μόνο πότε πέθανε.

—Τελικά, πόσο ήταν; την ξαναρώτησα.

—Είχε πατήσει τα ογδόντα πέντε.

—Ογδόντα πέντε και χόρευε; μα καλά από τι πήγε σε ξαναρωτώ.

—Ο  άνδρας μου δεν θέλει να το λέμε, αλλά θα στο πω. Από χορό πήγε.

Πετάχτηκα από την θέση μου από τα γέλια. Τι πάθηση είναι πάλι αυτή; Και συνέχισα να γελώ. Συγνώμη αλλά μου φάνηκε τόσο αστείο.

— Η θεία χόρευε τα πάντα Είχε πάθος με τον χορό, εκτός όλα τα άλλα. Τελευταία είχε γραφτεί σε μια σχολή Latin για να χορεύει ταγκό. Είχε αγοράσει μια ντουζίνα γόβες  ειδικές για ταγκό. Αν και έμεινε ανύπαντρη, είχε αδυναμία στους άνδρες. Ήταν κόρη στρατηγού και ζούσε μια χαρά με την σύνταξη του.

—Άγαμη θυγατέρα, αλλά…!

—Στην σχολή αυτή, γνώρισε και είχε παρτενέρ έναν συνταξιούχο στρατιωτικό χήρο. Εβδομήντα εννέα χρόνια στην πλάτη του, φτερά στα πόδια του και φλόγες στα μάτια, είχε ο νεαρός της. Να δεις κέφια και χορό η θεία. Μπορεί να τον είχε ερωτευτεί. Είχε πάρει φωτιά η καρδιά και η πένα της. Του έγραφε ποιήματα. Τα βρήκαμε όλα στο γραφείο της.

—Από τι πέθανε Αγγελική; σε ξαναρωτώ.

—…Πέθανε στην αγκαλιά του, χορεύοντας ένα απόγευμα σε μια πρόβα στην σχολή, ένα  Αργεντίνικο ταγκό. Την θάψαμε με τις γόβες και τα ρούχα τού ταγκό πού φόραγε.

—Η αιτία τού θανάτου της Αγγελική;

—Η τέχνη, ο χορός. Οι τέχνες την κράτησαν στην ζωή και μια άπαυτες την σκότωσε. Στην ηλικία της χοροπήδαγε όλη μέρα, ήθελε και έρωτες! Καρδιά ήταν αυτή, έσκασε.

Η Αγγελική σηκώθηκε μετά από λίγο.

—Φεύγω, στο κουτί θα βρεις και δύο όμορφες μάσκες που είχε αγοράσει σένα ταξίδι της στην Βενετία. Είχε πάει με τον συνταξιούχο της ξέρεις. Βρήκαμε και φωτογραφίες τους.  Αγκαλιά μέσα σε μια γόνδολα! Ο άνδρας μου ακόμα το φυσάει και δεν κρυώνει.

—Γιατί ;

—Διότι ακόμα δεν έχει πάει στην Βενετία. Εσύ κάτι θα τις κάνεις αυτές τις μάσκες.

Έφυγε. Με άφησε, με όλη αυτή την κληρονομιά, σκόρπια μέσα στην κουζίνα μου να κάθομαι μόνη και σκεπτόμενη σαν έργο του Rodin. Μόνο που εγώ δεν ήμουν μαρμάρινο άγαλμα, αλλά άνθρωπος και μάλιστα, πολύ σκεπτόμενος. Με είχε προβληματίσει  ο βίος και η πολιτεία τής θαρραλέας άγαμης θυγατέρας Μαρηλίτσας. Τόσα χόμπι, ταξίδια, τέχνες, χορός, φλερτ.

Αποφάσισα να κάνω σοβαρή προσπάθεια για μια νέα καριέρα, με όπλα τα σύνεργα ζωγραφικής της. Δεν τα κατάφερα. Η γάτα μου, πιστή σαν σκυλί, καθόταν συνεχώς δίπλα μου παρακολουθώντας τις προσπάθειές μου. Την αποθανάτιζα με την νέα μου σούπερ ψηφιακή κάμερα σε στάσεις, σωστές ζωγραφιά. Αυτό το έκανα καλά, επιτέλους!

Στην μνήμη της θείας, τις επόμενες  μέρες, τις αφιέρωσα στην μουσική. Άκουσα και είδα ότι βρήκα στο You Tube με Αργεντίνικα έργα για ταγκό. Στο τέλος είχα πάρει την απόφασή μου. Θα μάθαινα να χορεύω ταγκό!

Comments

comments

Αννα Μαρία Γραμμένου
Η Αννα Μαρία Γ.Γραμμένου, γεννήθηκε και κατοικεί στην Καλλιθέα Αθηνών. Έχει ρίζες στην Κέρκυρα και τον Πόντο. Σπούδασε ξενοδοχειακά και με υποτροφίες συνέχισε τις σπουδές στην Ελβετία και Γαλλία. Διαβάστε Περισσότερα.